καὶ πάλιν ἐν ἄλλοις λόγοις περὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰακὼβ λέγων οὕτως φησίν· Ἀναστὰς δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην ἔλαβε τὰς δύο γυναῖκας καὶ τὰς δύο παιδίσκας καὶ τὰ ἕνδεκα παιδία αὐτοῦ καὶ διέβη τὴν διάβασιν τοῦ Ἰαβώχ, καὶ ἔλαβεν αὐτοὺς καὶ διέβη τὸν χειμάρρουν καὶ διεβίβασε πάντα τὰ αὐτοῦ. ὑπελείφθη δὲ Ἰακὼβ μόνος· καὶ ἐπάλαιεν ἄγγελος μετ᾽ αὐτοῦ ἕως πρωΐ. εἶδε δὲ ὅτι δύναται πρὸς αὐτόν, καὶ ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλάτος τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ ἐν τῷ παλαίειν αὐτὸν μετ᾽ αὐτοῦ. καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀπόστειλόν με· ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος. ὁ δὲ εἶπεν· Οὐ μή σε ἀποστείλω, ἂν μή με εὐλογήσῃς. εἶπε δὲ αὐτῷ· Τί τὸ ὄνομά σου ἐστίν; ὁ δὲ εἶπεν· Ἰακώβ. εἶπε δὲ αὐτῷ· Οὐ κληθήσεται τὸ ὄνομά σου Ἰακώβ, ἀλλὰ Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου· ὅτι ἐνίσχυσας μετὰ τοῦ θεοῦ, καὶ μετὰ ἀνθρώπων δυνατὸς ἔσῃ. ἠρώτησε δὲ Ἰακὼβ καὶ εἶπεν· Ἀνάγγειλόν μοι τὸ ὄνομά σου. καὶ εἶπεν· Ἵνα τί τοῦτο ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν ἐκεῖ. καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Εἶδος θεοῦ· εἶδον γὰρ θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐχάρη ἡ ψυχή μου. καὶ πάλιν ἐν ἑτέροις περὶ τοῦ αὐτοῦ Ἰακὼβ ἐξαγγέλλων ταῦτά φησιν· Ἦλθε δὲ Ἰακὼβ εἰς Λουζᾶ, ἥ ἐστιν εἰς γῆν Χαναάν, ἥ ἐστι Βαιθήλ, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαός, ὃς ἦν μετ᾽ αὐτοῦ.
Μετάφραση
Και πάλι, σε άλλους λόγους, μιλώντας για τον ίδιο τον Ιακώβ λέει τα εξής: Αφού σηκώθηκε εκείνη τη νύχτα, πήρε τις δύο γυναίκες του και τις δύο δούλες του και τα έντεκα παιδιά του και πέρασε τη διάβαση του Ιαβώκ. Και τους πήρε και διέσχισε τον χείμαρρο και πέρασε απέναντι όλα τα υπάρχοντά του. Και έμεινε μόνος ο Ιακώβ· και πάλευε μαζί του ένας άγγελος μέχρι το πρωί. Είδε δε ότι μπορούσε να σταθεί απέναντί του, και άγγιξε το πλάτος του μηρού του, και νάρκωσε το πλάτος του μηρού του Ιακώβ την ώρα που πάλευε μαζί του. Και του είπε: «Άφησέ με να φύγω, διότι ανέτειλε ο όρθρος». Εκείνος δε απάντησε: «Δεν θα σε αφήσω να φύγεις, εάν δεν με ευλογήσεις». Και του είπε: «Ποιο είναι το όνομά σου;». Εκείνος απάντησε: «Ιακώβ». Του είπε τότε: «Το όνομά σου δεν θα ονομάζεται πλέον Ιακώβ, αλλά Ισραήλ θα είναι το όνομά σου· διότι φάνηκες ισχυρός ενώπιον του Θεού, και απέναντι στους ανθρώπους θα είσαι δυνατός». Τον ρώτησε δε ο Ιακώβ και είπε: «Ανάγγειλέ μου το όνομά σου». Και εκείνος απάντησε: «Γιατί ρωτάς αυτό, το όνομά μου;». Και τον ευλόγησε εκεί. Και ονόμασε ο Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνου «Είδος Θεού»· «διότι», όπως είπε, «είδα Θεό πρόσωπο με πρόσωπο, και χάρηκε η ψυχή μου». Και πάλι, σε άλλα χωρία, εξαγγέλλοντας για τον ίδιο τον Ιακώβ λέει τα εξής: Ήλθε δε ο Ιακώβ στη Λουζά, η οποία βρίσκεται στη γη Χαναάν, και είναι η Βαιθήλ, αυτός και όλος ο λαός που ήταν μαζί του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
Το έργο διαθέτει μόνο κανονικό σύνδεσμο έργου.