Ἔσεσθαί γε μὴν προσδοκᾷ τὸ χρῆμα αὐτός. Ἀκήκοε γὰρ οὐ παρέργως, ἀλλ᾽ οὐδὲ λήθης ἀξίους ποιεῖται τοὺς λόγους, εἰ καὶ τὸ εἰκαῖον αὐτῶν κατέγραφε. «Τετήρηκε γὰρ αὐτοὺς,» ὅτι καὶ εἰς πέρας ἐκβήσονται τάχα που τεθαῤῥηκώς. Μετὰ δέ γε τὴν τῶν ἐνυπνίων ἀφήγησιν, «Ἀπῴχοντο μὲν οἱ ἀδελφοὶ τοῖς αἰπολίοις ὁμοῦ κατανέμειν ἐν Σιχέμ.» Εἶτα μικροῦ διὰ μέσου παραθέοντος χρόνου, προτρέπει τὸ μειράκιον ὁ πατὴρ ἐπισκεψόμενον ἰέναι τοὺς ἀδελφούς. «Οὐχὶ γὰρ, φησὶν, οἱ ἀδελφοί σου ποιμαίνουσιν ἐν Σιχέμ; Δεῦρο ἀποστελῶ σε πρὸς αὐτούς.
Μετάφραση
Ο ίδιος πάντως ανέμενε ότι το γεγονός αυτό θα συμβεί. Διότι δεν τα άκουσε επιφανειακά, ούτε θεώρησε τα λόγια άξια λήθης, έστω κι αν επέκρινε τον επιπόλαιο χαρακτήρα τους. «Διότι τα κράτησε στη μνήμη του», έχοντας ίσως την πεποίθηση ότι τελικά θα πραγματοποιηθούν. Και έπειτα από την αφήγηση των ενυπνίων, «Έφυγαν οι αδελφοί για να βοσκήσουν μαζί τα κοπάδια στη Συχέμ». Κατόπιν, αφού πέρασε λίγος χρόνος, ο πατέρας προτρέπει τον νέο να πάει να επισκεφθεί τους αδελφούς του. «Δεν ποιμαίνουν», λέει, «οι αδελφοί σου στη Συχέμ; Έλα να σε στείλω σε αυτούς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες