Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἐγώ. Εἶπε δὲ αὐτῷ Ἰσραήλ· Πορευθεὶς ἴδε εἰ ὑγιαίνουσιν οἱ ἀδελφοί σου καὶ τὰ πρόβατα, καὶ ἀνάγγειλόν μοι.» Προθυμότατα μὲν οὖν ἰέναι κατεπαγγέλλεται, καὶ δὴ καὶ ἀπαίρει, καὶ ἀποκεχώρηκεν ἐκ τῆς κοιλάδος Χεβρών. Ἐκπεριθέοντι δὲ τὴν ἔρημον, ἔφη τις περιτυχὼν ἐφ᾽ ὅτῳ τε ἥκοι, καὶ ὅποι ποτὲ, καὶ ἐπὶ τίνας ἴεται. «Ὁ δὲ πρὸς ταῦτα εὐθύς· Τοὺς ἀδελφούς μου ζητῶ, ἀπάγγειλόν μοι ποῦ βόσκουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ, φησὶν, ὁ ἄνθρωπος, ἀπήρκασιν ἐντεῦθεν. Ἥκουσα γὰρ αὐτῶν λεγόντων· Πορευθῶμεν εἰς Δοθαΐμ.» Οὗ καὶ ἀφιγμένος, ἀδοκήτως ἐπεβουλεύετο. Ἐπὶ καιροῦ γὰρ ὥσπερ ὁ φθόνος τὸ πάλαι δοκοῦν εἰργάζετο. Διαχρήσασθαι μὲν οὖν εἰς ἅπαν ἐπεθύμουν αὐτὸν οἱ ἀπὸ Βάλλας τε καὶ Ζελφᾶς τῶν θεραπαινῶν· ἔφασκον γάρ· «Ἰδοὺ ὁ ἐνυπνιαστὴς ἐκεῖνος ἔρχεται. Νῦν οὖν δεῦτε, ἀποκτείνωμεν αὐτὸν, καὶ ῥίψωμεν αὐτὸν ἐφ᾽ ἕνα τῶν λάκκων, καὶ ἐροῦμεν· Θηρίον πονηρὸν κατέφαγεν αὐτόν· καὶ ὀψόμεθα τί ἔσται τὰ ἐνύπνια αὐτοῦ. Ἀκούσας δὲ Ῥουβεὶμ, ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν, λέγων Οὐ πατάξομεν αὐτὸν εἰς ψυχήν.
Μετάφραση
«Και του είπε: Ιδού εγώ. Ο δε Ισραήλ του είπε: Πήγαινε να δεις αν υγιαίνουν οι αδελφοί σου και τα πρόβατα, και ανάγγειλέ μου». Εκείνος λοιπόν με μεγάλη προθυμία υπόσχεται να πάει, και πράγματι ξεκινά και αναχωρεί από την κοιλάδα της Χεβρών. Καθώς περιφερόταν στην έρημο, κάποιος που τον συνάντησε τον ρώτησε για ποιο λόγο είχε έρθει, πού πήγαινε και ποιους αναζητούσε. «Εκείνος απάντησε αμέσως: Τους αδελφούς μου ζητώ, ανάγγειλέ μου πού βόσκουν. Και ο άνθρωπος του είπε, αναφέρει: Έχουν αναχωρήσει από εδώ. Διότι τους άκουσα να λένε: Ας πορευτούμε στη Δοθαΐμ». Όταν έφτασε εκεί, έπεσε απροσδόκητα θύμα επιβουλής. Διότι, σαν να βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, ο φθόνος έκανε πράξη αυτό που σχεδίαζε από παλιά. Ήθελαν λοιπόν να τον εξοντώσουν ολοκληρωτικά οι γιοι των θεραπαινίδων Βάλλας και Ζελφάς· διότι έλεγαν: «Ιδού, έρχεται εκείνος ο ονειροπόλος. Τώρα λοιπόν ελάτε να τον σκοτώσουμε, να τον ρίξουμε σε έναν από τους λάκκους, και θα πούμε: Τον κατασπάραξε ένα κακό θηρίο· και θα δούμε τι θα γίνουν τα όνειρά του. Ακούγοντάς τα όμως αυτά ο Ρουβήν, τον γλίτωσε από τα χέρια τους, λέγοντας: Δεν θα τον χτυπήσουμε για να του πάρουμε τη ζωή».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες