Καὶ ὁ μὲν Ἰούδας οὐχ ὑβρίζων, ἀλλὰ καταφιλῶν ἐπώλει· σὺ δὲ καὶ ὑβρίζεις καὶ συκοφαντεῖς καὶ παντοίας ῥάπτεις ἐπιβουλάς, καὶ ὀργῆς δοῦλος γινόμενος καὶ θυμῷ καπνιζόμενος ἐκεῖνα λέγεις τῷ πλησίον ἅπερ ξένα ἐστὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ φίλα τοῦ διαβόλου. Ὁ Χριστὸς εἶπεν· 〈Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν·〉 σὺ δὲ καὶ τὸν ἀδελφὸν μισεῖς. 〈Καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς·〉 σὺ δὲ καὶ τὸν φιλοῦντα κακοποιεῖς. Ἆρα, ὅταν ἴδῃς ὅτι ὁ ἀδελφὸς τὸν ἀδελφὸν καὶ ὁ κοινωνικὸς τὸν κοινωνικὸν φονέα καὶ γόητα καὶ δαιμονιῶντα καλεῖ καὶ ὅρκοις καὶ ἐπιορκίαις τὰς συκοφαντίας βεβαιοῖ καὶ ἀπειλεῖ λίαν ἀναλῶσαι τὸν πλησίον ὡς ἐχθρὸν καὶ ἄλλος Κάϊν γενέσθαι τῷ Ἄβελ ἐπείγεται, πόσων θρήνων καὶ ὀδυρμῶν ὁρᾷς τὸν τοιοῦτον ἄξιον; Ὅτι σῶμα ὄντες Χριστοῦ ἑαυτοὺς κατατέμνουσιν· ὅτι τὸ αὐτὸ ὑπὲρ ἀλλήλων οὐ μεριμνῶσι τὰ μέλη, ἀλλὰ καθ᾽ ἑαυτῶν ὁπλίζονται. Καὶ λέοντες μὲν λέοντας οὐ κατεσθίουσι καὶ παρδάλεις κατὰ παρδάλεων οὐχ ὁπλίζονται. Ἀδελφὸς δὲ ἀδελφῷ ὡς θηρίον ἀρνίῳ ἐφάλλεται. Ἄρκος τῇ ἄρκῳ οὐκ ἐπιβουλεύει, καὶ ὁ Ἠσαῦ τὸν Ἰακὼβ ἀποκτεῖναι ἠπείλει· 〈Ἐγγισάτωσαν αἱ ἡμέραι τοῦ πατρός μου, ἵνα ἀποκτείνω Ἰακὼβ τὸν ἀδελφόν μου.〉 Κεράστης κεράστῃ οὐ λυμαίνεται, καὶ οἱ ἀδελφοὶ κατὰ τοῦ Ἰωσὴφ ὁπλίζονται· 〈Ἰδοὺ ὁ ἐνυπνιαστὴς ἐκεῖνος ἔρχεται· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν,〉 καὶ τὰ ἑξῆς.
Μετάφραση
Και ο μεν Ιούδας δεν πουλούσε τον Χριστό υβρίζοντας, αλλά καταφιλώντας τον· εσύ όμως και υβρίζεις και συκοφαντείς και εξυφαίνεις παντοειδείς επιβουλές, και, γινόμενος δούλος της οργής και τυφλωμένος από τον θυμό, λες στον πλησίον εκείνα που είναι ξένα προς τον Χριστό και προσφιλή στον διάβολο. Ο Χριστός είπε: «Αγαπάτε τους εχθρούς σας»· εσύ όμως μισείς και τον αδελφό σου. «Κάνετε καλό σε αυτούς που σας μισούν»· εσύ όμως κακοποιείς και αυτόν που σε αγαπά. Άραγε, όταν δεις ότι ο αδελφός αποκαλεί τον αδελφό και ο φίλος τον φίλο φονιά και μάγο και δαιμονισμένο, και με όρκους και επιορκίες επιβεβαιώνει τις συκοφαντίες και απειλεί σφοδρά να εξολοθρεύσει τον πλησίον ως εχθρό και βιάζεται να γίνει άλλος Κάιν για τον Άβελ, πόσων θρήνων και οδυρμών θεωρείς ότι είναι άξιος ένας τέτοιος άνθρωπος; Διότι, ενώ είναι σώμα Χριστού, κατακομματιάζουν τους εαυτούς τους· διότι τα μέλη δεν μεριμνούν το ένα για το άλλο, αλλά οπλίζονται το ένα εναντίον του άλλου. Και τα λιοντάρια μεν δεν κατασπαράζουν λιοντάρια και οι λεοπαρδάλεις δεν οπλίζονται εναντίον λεοπαρδάλεων. Ο αδελφός όμως επιτίθεται στον αδελφό όπως το θηρίο στο αρνί. Η αρκούδα δεν επιβουλεύεται την αρκούδα, και ο Ησαύ απειλούσε να σκοτώσει τον Ιακώβ: «Ας πλησιάσουν οι ημέρες του πατέρα μου, για να σκοτώσω τον Ιακώβ τον αδελφό μου». Η κερασφόρος οχιά δεν βλάπτει άλλη κερασφόρο οχιά, και οι αδελφοί οπλίζονται κατά του Ιωσήφ: «Ιδού έρχεται εκείνος ο ονειροπόλος· ελάτε να τον σκοτώσουμε», και τα εξής.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες