Λαβὼν δὲ Ἰωσὴφ τὴν ἐντολὴν τοῦ πατρός, ἀπῄει μετὰ χαρᾶς πρὸς τοὺς ἀδελφούς του, κομίζων εἰρήνην ἐκ προσώπου τοῦ πατρός, ἅμα καὶ τὴν μέριμναν, ἣν εἶχε περὶ αὐτῶν. Ἀπιόντος δὲ αὐτοῦ, πλανᾶται τὴν ὁδόν, μὴ εὑρὼν τοὺς ἀδελφοὺς σὺν τοῖς αὐτῶν ποιμέσι. Λυπουμένου δὲ καὶ στένοντος δι᾽ αὐτούς, εὗρεν αὐτὸν ἄνθρωπος, δείξας αὐτῷ τὴν ὁδόν. Ὡς δὲ μηκόθεν αὐτοὺς ἑώρακεν ὁ Ἰωσήφ, ἀπῄει μετὰ χαρᾶς ἐπιποθῶν ἅπαντας τοῦ ἠσπάσθαι αὐτούς. Ἀπιόντος δὲ αὐτοῦ, ἰδόντες αὐτὸν ἐκεῖνοι καὶ ὡς θῆρες ἄγριοι ἀνελεῖν ἐβούλοντο τὸν Ἰωσήφ· αὐτὸς δὲ ὡς ἀρνίον ἄκακον ἀπεῖχε τὸ ἐμπεσεῖν εἰς τὰς χεῖρας τῶν πικροτάτων λύκων. Ὡς δὲ ἤγγισεν αὐτούς, ἠσπάσατο εὐμενῶς, εἰρήνην φέρων ἐκ προσώπου τοῦ πατρός· αὐτοὶ δὲ παραχρῆμα ἀναστάντες, ὡς θῆρες ἄγριοι, ἐξέδυσαν τὸν χιτῶνα τὸν ποικίλον, ὃν ἦν ἐνδεδυμένος, καὶ ἔβρυχον εἷς ἕκαστος ζῶντα αὐτὸν καταπιεῖν, ὠμοὶ καὶ ἀνελεεῖς τῇ αὐτῶν ἀπεχθείᾳ, καὶ τὸν σεμνὸν ἐκεῖνον καὶ ἅγιον παῖδα διαφόρως ᾔκιζον δι᾽ οἰκείαν μανίαν.
Μετάφραση
Ο Ιωσήφ, αφού έλαβε την εντολή του πατέρα του, αναχώρησε με χαρά προς τους αδελφούς του, μεταφέροντας ειρήνη εκ μέρους του πατέρα, καθώς και τη μέριμνα που είχε για αυτούς. Καθώς όμως πήγαινε, έχασε τον δρόμο του, μη βρίσκοντας τους αδελφούς του μαζί με τους ποιμένες τους. Ενώ δε λυπόταν και αναστέναζε για αυτούς, τον βρήκε ένας άνθρωπος, ο οποίος του έδειξε τον δρόμο. Όταν ο Ιωσήφ τους αντίκρισε από μακριά, προχωρούσε με χαρά, επιθυμώντας διακαώς να τους ασπαστεί όλους. Καθώς όμως αυτός πλησίαζε, εκείνοι τον είδαν και σαν άγρια θηρία ήθελαν να σκοτώσουν τον Ιωσήφ· αυτός όμως ως άκακο αρνίο προχωρούσε για να πέσει στα χέρια των σκληρότατων λύκων. Όταν δε τους πλησίασε, τους ασπάστηκε με καλοσύνη, φέροντας ειρήνη εκ μέρους του πατέρα· αυτοί όμως, αφού σηκώθηκαν αμέσως σαν άγρια θηρία, του αφαίρεσαν τον ποικιλόχρωμο χιτώνα που φορούσε, και έτριζαν τα δόντια τους, θέλοντας ο καθένας να τον καταπιεί ζωντανό, ωμοί και ανελέητοι μέσα στην έχθρα τους, και κακοποιούσαν με διάφορους τρόπους εκείνο το σεμνό και άγιο παιδί εξαιτίας της δικής τους μανίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες