Εἶπε δὲ αὐτοῖς Ῥουβείμ· Μὴ ἐκχέητε αἷμα, ἐμβά[λ]λετε αὐτὸν εἰς ἕνα τῶν λάκκων τούτων τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, χεῖρα δὲ μὴ ἐπενέγκητε αὐτῷ. Εἶπε δὲ οὕτως, ὅπως ἐξέληται αὐτὸν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν, καὶ ἀποδῷ αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ.» Τὸν χιτῶνα δὴ οὖν ἀφελόμενοι τὸν ποικίλον. καθίεσαν εἰς λάκκον οὐ τεθνεῶτα τὸν Ἰωσὴφ, πλὴν ὡς τεθνηξόμενον καὶ οὐκ εἰς μακράν. Ἐπειδὴ δὲ Ἰσμαηλῖταί τινες, ἀρωμάτων ἔμποροι, πρὸς τὴν Αἰγυπτίων ἠπείγοντο, συμβουλεύοντος Ἰούδα (μὴ γὰρ δὴ χρῆναι διολλύναι τὸν ἀδελφὸν ἀνεκεκράγει σαφῶς), ἀπημπολήκασι τὸ μειράκιον καταθεμένοις ὑπὲρ αὐτοῦ τοῖς ἐκπρίασθαι βουληθεῖσιν, εἴκοσι χρυσοῦς. Καὶ ἀπεκομίσθη μὲν εἰς Αἴγυπτον Ἰωσήφ. Ῥουβεὶμ δὲ πάλιν τὸ γεγονὸς οὐκ εἰδὼς, ἀφίκετο μὲν ἐπὶ τὸν λάκκον. Ἐπειδὴ δὲ τὸ παιδάριον οὐ τεθέαται, κεκινδυνευκέναι νομίσας, περιῤῥήγνυσι μὲν τὸ ἱμάτιον, ἐπίκλημα δὲ τοῖς ἄλλοις ἐποιεῖτο τὸν Ἰωσὴφ, οὕτω λέγων· «Τὸ παιδάριον οὐκ ἔστιν· ἐγὼ δὲ ποῦ πορεύσομαι ἔτι;» Μονονουχὶ γάρ φησι· Πῶς ἂν ὑποστρέψαιμι πρὸς τὸν πατέρα, ἢ πῶς ἂν ὅλως προσδέξαιτο τὸν ἠγαπημένον οὐκ ἔχοντας; τί δὲ δὴ καὶ ἐροῦμεν ἀπαιτοῦντι τῷ πατρὶ τὸ παιδάριον; Οἱ δὲ τὸν χιτῶνα τὸν ποικίλον αἰγὸς αἵματι καταδεύσαντες, προσεκόμιζον τῷ πατρὶ, δόλῳ καὶ ἀπάτῃ μεθύοντας συνθέντες λόγους. Τοῦτον γὰρ εὕρομεν, φασίν; ἐπίγνωθι εἰ χιτὼν τοῦ υἱοῦ σού ἐστιν ἢ οὔ.»
Μετάφραση
Είπε δε σε αυτούς ο Ρουβήμ: «Μη χύσετε αίμα, ρίξτε τον σε έναν από αυτούς τους λάκκους που βρίσκονται στην έρημο, αλλά μην απλώσετε χέρι πάνω του». Το είπε δε αυτό, για να τον γλιτώσει από τα χέρια τους και να τον παραδώσει πίσω στον πατέρα του. Αφού λοιπόν του αφαίρεσαν τον ποικιλόχρωμο χιτώνα, κατέβασαν στον λάκκο τον Ιωσήφ, όχι νεκρό, αλλά με σκοπό να πεθάνει σύντομα. Επειδή όμως κάποιοι Ισμαηλίτες, έμποροι αρωμάτων, κατευθύνονταν βιαστικά προς την Αίγυπτο, με τη συμβουλή του Ιούδα (διότι διακήρυττε ξεκάθαρα ότι δεν έπρεπε να εξοντώσουν τον αδελφό τους), πούλησαν το νεαρό αγόρι σε αυτούς που ήθελαν να τον αγοράσουν, οι οποίοι κατέβαλαν για αυτόν είκοσι χρυσά νομίσματα. Και ο μεν Ιωσήφ μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Ο Ρουβήμ, από την άλλη πλευρά, μη γνωρίζοντας το γεγονός, έφτασε στον λάκκο. Όταν όμως δεν είδε το παιδί, νομίζοντας ότι έχει χαθεί, έσκισε τα ρούχα του και κατηγόρησε τους άλλους για τον Ιωσήφ, λέγοντας τα εξής: «Το παιδί δεν υπάρχει πια· κι εγώ, πού να πάω πλέον;» Δηλαδή σαν να έλεγε: Πώς να επιστρέψω στον πατέρα, ή πώς να μας δεχθεί καθόλου χωρίς να έχουμε μαζί μας τον αγαπημένο του γιο; Και τι θα πούμε στον πατέρα όταν θα αναζητά το παιδί; Εκείνοι δε, αφού βούτηξαν τον ποικιλόχρωμο χιτώνα στο αίμα ενός τράγου, τον έφεραν στον πατέρα τους, συνθέτοντας λόγια γεμάτα δόλο και απάτη. Διότι του είπαν: «Αυτόν βρήκαμε· αναγνώρισε αν είναι ο χιτώνας του γιου σου ή όχι.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες