Κατοιμώζει δὲ ὁ πατὴρ, καὶ τάχα που τῆς τῶν υἱῶν βασκανίας, καὶ ἀνοσίων σκεμμάτων κατεκεκράγει, λέγων· «Θηρίον πονηρὸν κατέφαγε τὸν Ἰωσήφ.» Δυσεύναστόν τε καὶ ἀνουθέτητον παντελῶς, καὶ ἐπὶ τῇ τοῦ παιδὸς συμφορᾷ τὴν δυσθυμίαν ἐδέχετο. «Οὐ γὰρ ἤθελε, φησὶ, παρακληθῆναι λέγων, ὅτι Καταβήσομαι πρὸς τὸν υἱόν μου πενθῶν εἰς ᾅδου.» Ἐκβεβηκότος δὴ οὖν εἰς πέρας τοῦ τῆς ἱστορίας λόγου, μετοιχήσεται πάλιν ὁ νοῦς τῶν ἐσωτάτω πρὸς ἔρευναν. Καὶ οἷά τισι σκιαῖς τοῖς αἰσθητῶς γεγονόσιν ἐπιχρωματίζων τὴν ἀλήθειαν, εὐπρεπὲς ὡς ἔνι τὸ τῆς θεωρίας ἀπεργάζεται κάλλος.
Μετάφραση
Ο δε πατέρας οδύρεται και, καταγγέλλοντας ίσως τον φθόνο και τα ανόσια σχέδια των γιων του, κραύγαζε λέγοντας: «Κακό θηρίο κατέφαγε τον Ιωσήφ». Βίωνε την απόγνωση για τη συμφορά του παιδιού του εντελώς ακατεύναστος και απαρηγόρητος. «Διότι δεν ήθελε», λέει η Γραφή, «να παρηγορηθεί, λέγοντας: Θα κατέβω πενθώντας προς τον γιο μου στον άδη». Αφού λοιπόν η διήγηση της ιστορίας έφτασε στο τέλος της, ο νους θα μεταβεί και πάλι στην έρευνα των εσώτερων νοημάτων. Και σαν να χρωματίζει την αλήθεια μέσα από τα όσα συνέβησαν αισθητά ως άλλες σκιές, αναδεικνύει όσο το δυνατόν πιο περίλαμπρο το κάλλος της πνευματικής θεωρίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες