Ὁ σώφρων ὑπὸ τοῦ καπνοῦ τὴν κόρην ἐδριμύσσετο καὶ ἡ πόρνη ὑπὸ τοῦ πάθους τὸν νοῦν ἐκαπνίζετο. Χιτῶνα ἐκράτησεν, ἀλλὰ σωφροσύνην οὐκ ἐσύλησε· τοῖς ἱματίοις ἐπάλαιε, τὸν δὲ ἀθλητὴν οὐκ ἐσκέλισε· λυσσῶσα τὰ ἱμάτια ἔδακεν, ἀλλὰ τὸν νεανίσκον λυσσόδηκτον οὐκ ἐποίησε. Πρόσεχε· ὅταν κύων λυσσήσας περισχίσῃ τινά, ἐκεῖνος ταχέως ἀποδύεται καὶ ῥίπτει τὰ ἐνδύματα, ἵνα μὴ δι᾽ αὐτῶν ὁ ἰὸς ὁδεύων σπέρμα θανάτου τῷ φοροῦντι γένηται· οὕτως ὁ Ἰωσὴφ τῇ Αἰγυπτίᾳ λυσσώσῃ καὶ τῶν ἱματίων αὐτοῦ καθαψαμένῃ προσέρριψε τὰ ἱμάτια καὶ τὸν θανάσιμον ἰὸν τῆς μοιχείας ἔφυγεν. Εἰ δὲ ἐκεῖνον δουλεύοντα ἡ ἰδία δέσποινα τῇ ἁμαρτίᾳ οὐκ ἐδούλωσε, σὲ μὴ δουλώσῃ πόρνη, ὦ νεοφώτιστε, μήτε δούλη σοι τῷ ἐλευθέρῳ παράκοιτος γένηται πόρνη. Παλλακὴ γάρ ἐστι κατοικίδιος δούλη, καταδουλοῦσα τὸν ἐλεύθερον. Ὢ τῆς ἐναντιότητος· τὸν Ἰωσὴφ δουλεύοντα ἡ δέσποινα τῇ ἁμαρτίᾳ οὐκ ἐδούλωσε, καὶ δεσπότης ἐλεύθερος δοῦλος τῆς δούλης διὰ πάθος γίνεται. Ἀλλὰ μέλλει τῷ τοιούτῳ ὁ Ἰωσὴφ δικάζεσθαι ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· Ἐγώ, λέγων, ἐπὶ ξένης πεπραμένος οὐκ ἐπράθην τῇ ἁμαρτίᾳ οὐδὲ ξένον ἐμαυτὸν τοῦ θεοῦ ἐποίησα, καὶ ταῦτα νόμον μὴ λαβών, προφήτας μὴ μαθών, εὐαγγέλια μὴ ἀναγνούς, καὶ ὅμως πρὸ τῶν γραμμάτων ἐκείνων βιβλίον σωφροσύνης ἑαυτὸν τῷ βίῳ ἐκαλλιγράφησα.
Μετάφραση
Ο σώφρων αισθανόταν τσούξιμο στα μάτια του από τον καπνό, ενώ ο νους της πόρνης είχε σκοτιστεί από το πάθος. Κράτησε τον χιτώνα του, αλλά δεν σύλησε τη σωφροσύνη του· πάλεψε με τα ενδύματα, αλλά δεν ανέτρεψε τον αθλητή· λυσσασμένη δάγκωσε τα ρούχα, αλλά δεν μόλυνε με λύσσα τον νέο. Πρόσεξε: όταν ένας λυσσασμένος σκύλος ξεσχίσει τα ρούχα κάποιου, εκείνος γρήγορα γδύνεται και πετάει τα ενδύματα, για να μην περάσει μέσα από αυτά ο ιός και γίνει σπέρμα θανάτου γι' αυτόν που τα φοράει· έτσι και ο Ιωσήφ, όταν η λυσσασμένη Αιγυπτία άρπαξε τα ρούχα του, της τα πέταξε και διέφυγε τον θανάσιμο ιό της μοιχείας. Και αν εκείνον που ήταν δούλος, η ίδια η κυρία του δεν κατάφερε να τον υποδουλώσει στην αμαρτία, εσένα ας μην σε υποδουλώσει πόρνη, ω νεοφώτιστε, ούτε, ενώ είσαι ελεύθερος, να σου γίνει σύντροφος δούλη πόρνη. Διότι η παλλακίδα είναι οικιακή δούλη, η οποία υποδουλώνει τον ελεύθερο άνθρωπο. Ω, τι αντίφαση! Τον Ιωσήφ, που ήταν δούλος, η κυρία του δεν τον υποδούλωσε στην αμαρτία, ενώ ένας ελεύθερος κύριος γίνεται δούλος της δούλης εξαιτίας του πάθους. Αλλά ο Ιωσήφ πρόκειται να δικάσει έναν τέτοιο άνθρωπο κατά την ημέρα της κρίσεως, λέγοντάς του: Εγώ, αν και είχα πουληθεί σε ξένη γη, δεν πουλήθηκα στην αμαρτία ούτε έκανα τον εαυτό μου ξένο προς τον Θεό, και αυτά χωρίς να έχω λάβει τον Νόμο, χωρίς να έχω διδαχθεί τους Προφήτες, χωρίς να έχω διαβάσει τα Ευαγγέλια, και όμως, πριν από τα γραπτά εκείνα, καλλιγράφησα τον εαυτό μου με τη ζωή μου ως βιβλίο σωφροσύνης.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες