Καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν ὅτι καταλιπὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς ἔφυγε καὶ ἐξῆλθεν ἔξω, ἐκάλεσε τοὺς ὄντας ἐν τῇ οἰκίᾳ, καὶ εἶπεν αὐτοῖς, λέγουσα· Ἴδετε, εἰσήγαγεν ἡμῖν παῖδα Ἑβραῖον, ἐμπαίζειν ἡμῖν. Εἰσῆλθε πρὸς μὲ, λέγων· Κοιμήθητι μετ᾽ ἐμοῦ, καὶ ἐβόησα φωνῇ μεγάλῃ. Ἐν δὲ τῷ ἀκοῦσαι αὐτὸν, ὅτι ὕψωσα τὴν φωνήν μου καὶ ἐβόησα, καταλιπὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ παρ᾽ ἐμοὶ ἔφυγε, καὶ ἐξῆλθεν ἔξω.» Ὁρᾷς ὅπως τὸ μὲν γύναιον εἰς εὐνὴν, καὶ οὐχ ἑκόντα παρεβιάζετο, τῷ γεμὴν ἐρήρειστο πρὸς ἐγκράτειαν ὁ νοῦς ὑπ᾽ οὐδενὸς τὸ σύμπαν ἡττώμενος; Βούπαις ἦν ἔτι, ἑπτακαίδεκά που μόλις ἐτῶν, ἐν πρώταις ὑπήνης ἐκβολαῖς, ἐν ἀκμαῖς ἡδονῶν, καὶ ἐν τοῖς ὅτι μάλιστα διαπύροις κινήμασι, καὶ ἵν᾽ οὕτως εἴποιμεν, σκληραῖς καὶ ἀνουθετήτοις ἐπιθυμίαις. Φιλεῖ γὰρ ἀεί πως ἐν ἀθραύστοις ἔτι τοῦ ὀρεκτιᾷν ὁρμαῖς, τὸ ἔφηβον εἶναι γένος, καὶ χαλινῶν τῶν εἰς ἐγκράτειαν οὐ λίαν ἀνέχεται. Ἀλλ᾽ ἦν ἀκλόνητος ὁ θεσπέσιος Ἰωσὴφ, οὐ τὸ τῆς νεότητος ἀνειμένον ἀπαιδαγώγητον ἔχων, οὐ δεδιὼς ὅτι ξένος ἦν καὶ οἰκέτης. Ἐκβεβίαστο γὰρ εἰς ἄμφω παρὰ τῶν ἀδελφῶν τοῖς Ἰσμαηλίταις καταπωλούμενος. Ἐπεὶ δὲ κρείττων ἦν ἡδονῆς τε ἅμα τῆς μυσαρωτάτης, καὶ τῶν εἰς ἀσέλγειαν κινημάτων, συκοφαντεῖ τὸ γύναιον, καὶ ἀντίστροφον τῷ νέῳ ποιεῖται τὴν γραφήν. Τὸν δὲ, οὐκ εἴκοντα τοῖς αὐτῆς αἰτήμασιν, ὑβριστὴν ἀπεκάλει.
Μετάφραση
Και συνέβη, όταν είδε ότι αφήνοντας τα ενδύματά του στα χέρια της έφυγε και βγήκε έξω, κάλεσε αυτούς που βρίσκονταν στο σπίτι και τους είπε: «Δείτε, μας έφερε έναν Εβραίο δούλο, για να μας εμπαίζει. Ήρθε προς εμένα, λέγοντας: Κοιμήσου μαζί μου, και εγώ φώναξα με μεγάλη φωνή. Και όταν άκουσε ότι ύψωσα τη φωνή μου και φώναξα, άφησε τα ενδύματά του δίπλα μου, έφυγε και βγήκε έξω». Βλέπεις πώς η μεν γυναίκα τον εξανάγκαζε να έρθει στο κρεβάτι χωρίς τη θέλησή του, ενώ ο νους του παρέμενε προσηλωμένος στην εγκράτεια, χωρίς να νικιέται καθόλου από τίποτε; Ήταν ακόμη νέος, μόλις δεκαεπτά περίπου ετών, στις πρώτες εκφύσεις του γενείου, στην ακμή των ηδονών, και μάλιστα στις πιο φλογερές κινήσεις, και, ας το πούμε έτσι, στις σκληρές και ατίθασες επιθυμίες. Διότι η ηλικία των εφήβων συνηθίζει πάντοτε να βρίσκεται σε ακατάβλητες ορμές επιθυμίας, και δεν ανέχεται πολύ τα χαλινάρια της εγκράτειας. Αλλά ο θεσπέσιος Ιωσήφ ήταν ακλόνητος, μη έχοντας τη χαλαρότητα της νεότητας ακαθοδήγητη, μη φοβούμενος ότι ήταν ξένος και δούλος. Διότι είχε υποστεί εξαναγκασμό και στα δύο, όταν πουλήθηκε από τους αδελφούς του στους Ισμαηλίτες. Επειδή όμως στάθηκε ανώτερος και από την πιο μιαρή ηδονή, και από τις κινήσεις που οδηγούν στην ασέλγεια, η γυναίκα τον συκοφαντεί και διατυπώνει αντίστροφη την κατηγορία εναντίον του νέου. Επειδή δεν υποχώρησε στα αιτήματά της, τον αποκάλεσε υβριστή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες