Οὐχὶ τὴν θλίψιν ἀπήλασας, φησὶν, οὐδὲ ταύτης ἀπαλλάξας ἐν ἀνέσει με εἶναι πεποίηκας, ἀλλ᾽ ὅπερ ἐστὶ θαυμαστὸν καὶ παράδοξον, ἐν μέσῳ τῶν θλίψεων τυγχάνοντα ἐν ἀδείᾳ εἶναι παρεσκεύασας. Τοῦτο δὴ καὶ ἐνταῦθα ποιεῖ ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης. Εὐλόγησε γὰρ τὸν οἶκον τοῦ Αἰγυπτίου διὰ τὸν Ἰωσήφ. Καὶ ἐμάνθανε λοιπὸν καὶ ὁ βάρβαρος, ὅτι τῶν ᾠκειωμένων ἐστὶ τῷ Θεῷ ὁ νομιζόμενος οἰκέτης, Καὶ ἐπέτρεψε, φησὶν, ἅπαντα ὅσα ἦν αὐτῷ διὰ χειρὸς Ἰωσήφ· καὶ οὐκ ᾔδει οὐδὲν, πλὴν τοῦ ἄρτου οὗ ἤσθιε. Μονονουχὶ δεσπότην αὐτὸν κατέστησε πάσης τῆς ἑαυτοῦ οἰκίας. Καὶ ἦν ὁ δοῦλος, ὁ αἰχμάλωτος ὑπὸ τὴν ἑαυτοῦ χεῖρα ἔχων πάντα τὰ τοῦ δεσπότου.
Μετάφραση
Δεν απομάκρυνες τη θλίψη, λέει, ούτε με απάλλαξες από αυτήν ώστε να με θέσεις σε άνεση, αλλά, πράγμα θαυμαστό και παράδοξο, ενώ βρισκόμουν εν μέσω των θλίψεων, με έκανες να βρίσκομαι σε ασφάλεια. Αυτό ακριβώς κάνει και εδώ ο φιλάνθρωπος Δεσπότης. Διότι ευλόγησε τον οίκο του Αιγυπτίου χάριν του Ιωσήφ. Έτσι, κατανοούσε πλέον και ο βάρβαρος, ότι αυτός που θεωρούνταν δούλος συγκαταλέγεται στους οικείους του Θεού. Και εμπιστεύθηκε, λέει, άπαντα τα υπάρχοντά του στα χέρια του Ιωσήφ· και δεν ασχολείτο με τίποτε άλλο, παρά μόνο με το ψωμί που έτρωγε. Σχεδόν τον κατέστησε κύριο σε ολόκληρο τον οίκο του. Και ήταν ο δούλος, ο αιχμάλωτος, που είχε υπό την εξουσία του όλα τα υπάρχοντα του κυρίου του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες