καὶ γὰρ καὶ Φιλάγριος, βικάριος ὢν τότε τῶν τόπων ἐκείνων καὶ πάντα τὰ ἐκείνων ὑποκρινόμενος, ὡς ἂν αὐτοὶ θέλωσιν, ὅμως ἐπὶ τούτῳ θαυμάζων καὶ λυπηθεὶς ἴσως, ὅτι μὴ αὐτὸς ἀλλ᾽ ἕτερος εἰργάσατο τὸ κακόν, ἀπήγγειλε πολλοῖς τε ἄλλοις καὶ γνωρίμοις ἡμῶν καὶ τῷ ἐπισκόπῳ Σαραπίωνι, ὡς Παῦλος ἀποκλεισθεὶς παρ᾽ ἐκείνων εἰς τόπον τινὰ βραχύτατον καὶ σκοτεινὸν ἀφείθη λιμῷ διαφθαρῆναι, εἶτα μεθ᾽ ἡμέρας ἕξ, ὡς εἰσελθόντες εὗρον αὐτὸν ἔτι πνέοντα, λοιπὸν ἐπελθόντες ἀπέπνιξαν τὸν ἄνθρωπον. καὶ οὕτω τέλος ἔσχε τοῦ βίου τούτου. τοῦ δὲ τοιούτου θανάτου διάκονον ἔλεγον γεγενῆσθαι Φίλιππον τὸν γενόμενον ἔπαρχον. ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῦτο παρεῖδεν ἡ θεία δίκη· οὐδὲ γὰρ παρῆλθεν ἐνιαυτός, καὶ μετὰ πολλῆς ἀτιμίας καθῃρέθη τῆς ἀρχῆς ὁ Φίλιππος, οὕτως ὡς ἰδιώτην γενόμενον ὑφ᾽ ὧν οὐκ ἤθελε καταπαίζεσθαι. πάνυ γοῦν καὶ αὐτὸς λυπούμενος καὶ κατὰ τὸν Κάιν «στένων καὶ τρέμων» καὶ καθ᾽ ἡμέραν προσδοκῶν τὸν ἀναιροῦντα ἔξω τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος καὶ αὐτὸς καὶ τῶν ἰδίων ὥσπερ ἐκπλαγείς, ἐπεὶ μὴ οὕτως ἤθελεν, ἀπέθανε. πλὴν ὅτι καὶ κατὰ νεκρῶν οὐ φείδονται, καθ᾽ ὧν καὶ ζώντων ἐπλάσαντο προφάσεις· οὕτω γὰρ ἑαυτοὺς πρὸς πάντας φοβεροὺς ἐπιδεικνύειν ἐσπούδασαν, καὶ ζῶντας μὲν ἐξορίζουσιν, ἀποθανόντας δὲ οὐκ ἐλεοῦσιν.
Μετάφραση
Διότι ακόμη και ο Φιλάγριος, ο οποίος ήταν τότε βικάριος εκείνων των περιοχών και ενεργούσε υποκριτικά σε όλα τα ζητήματά τους όπως ακριβώς εκείνοι ήθελαν, ωστόσο, νιώθοντας έκπληξη για το γεγονός και ίσως λύπη επειδή δεν διέπραξε ο ίδιος το κακό αλλά κάποιος άλλος, ανέφερε σε πολλούς άλλους, σε δικούς μας γνωστούς και στον επίσκοπο Σεραπίωνα, ότι ο Παύλος, αφού κλείστηκε από αυτούς σε κάποιον πολύ στενό και σκοτεινό τόπο, αφέθηκε να πεθάνει από την πείνα. Έπειτα, μετά από έξι ημέρες, όταν μπήκαν και τον βρήκαν να αναπνέει ακόμη, τελικά του επιτέθηκαν και τον έπνιξαν τον άνθρωπο. Και έτσι βρήκε το τέλος αυτού του βίου. Έλεγαν δε ότι υπηρέτης ενός τέτοιου θανάτου υπήρξε ο Φίλιππος, ο οποίος είχε γίνει έπαρχος. Αλλά η θεία δίκη δεν το παρέβλεψε ούτε αυτό· διότι δεν παρήλθε ούτε ένας χρόνος, και ο Φίλιππος καθαιρέθηκε από την εξουσία του με μεγάλη ατιμία, έτσι ώστε, έχοντας εκπέσει σε απλό ιδιώτη, να εμπαίζεται από εκείνους από τους οποίους δεν θα ήθελε ποτέ. Γι' αυτό και ο ίδιος, κυριευμένος από μεγάλη θλίψη και, όπως ο Κάιν, «στενάζοντας και τρέμοντας» και περιμένοντας καθημερινά αυτόν που θα τον εξόντωνε, έξω από την πατρίδα του και μακριά από τους δικούς του, σαν χαμένος, πέθανε, παρότι δεν ήθελε να έρθουν έτσι τα πράγματα. Μόνο που δεν λυπούνται ούτε τους νεκρούς, εναντίον των οποίων επινόησαν προφάσεις ακόμη και όταν ζούσαν· διότι με αυτόν τον τρόπο φρόντισαν να επιδείξουν τον εαυτό τους φοβερό απέναντι σε όλους, και τους μεν ζωντανούς τους εξορίζουν, τους δε νεκρούς δεν τους σπλαχνίζονται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες