Πόθεν εἰλήφατε, ὦ οὗτοι, τὴν τῆς ἀθεμίτου ἐργασίας ὑμῶν ἐπίνοιαν; πρῶτον μὲν γάρ, ὅτι τὸ πᾶν, τίνι οὐ δῆλον ἔσται ὅτι δαιμόνων ἐστὶν ἡ ὑμετέρα διδασκαλία, ἠπατημένων δὲ τὸν νοῦν καὶ ἐφθαρμένων ἡ ἐπινενοημένη κακομηχανία; εἰ γὰρ ὅλως πονηρὸν τὸ κυΐσκειν, οὐκ ἄρα διὰ τὸ τεκνογονεῖν ἀλλὰ διὰ τὸ συνάπτεσθαι σώματι· πῶς οὖν ἡττημένοι ἡδονῇ συνάπτεσθε σώματι; καὶ εἰ οὐ πονηρὸν τὸ συναφθῆναι σώματι, οὐδὲ πονηρὸν τὸ συναφθέντα τελεσιουργεῖν τὸ γεγενημένον. ἢ γὰρ ἀποταξάμενον 〈δεῖ〉 ἄνθρωπον μὴ γεωργεῖν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· ὡς «ὁ Ἄβελ ἦν ποιμὴν προβάτων, Κάϊν δὲ ἐργαζόμενος τὴν γῆν». εἰ δὲ γεωργεῖ τις τὴν γῆν, ὡς ὁ Νῶε, ὃς «ἐγένετο ἀνὴρ γεωργὸς καὶ ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα», οὐκ ἐφύτευσεν, ἵνα βότρυν μὴ ἐνέγκῃ, ἀλλ᾽ ἐφύτευσε «καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ καὶ ἐμεθύσθη», ὡς γέγραπται. 〈ἐξ〉ῆν δὲ συγγνώμην τῷ γέροντι ἀπονεῖμαι· εὐάρεστος γὰρ τῷ θεῷ ὑπάρχων οὐ διὰ ἀσωτίαν τὴν μέθην ὑπέστη, ἀλλὰ λύπῃ φερόμενος τάχα ἐκεκάρωτο καὶ μὴ φέρων ἐξ ἀμφοτέρων διὰ τὸ ἀσθενὲς καὶ γηραλέον ἀσθενείᾳ ὑπέπεσεν, οὐχ ἵνα χλευασθῇ ὑπὸ τοῦ τέκνου. ὁ δὲ καταγελάσας ἑαυτῷ εἴληφε τὴν κατάραν, ἵνα κολάζωνται οἱ ἐνσκήπτοντες τοῖς πατράσιν αὐτῶν ὕβριν καὶ οἱ ἐν ἡμῖν διαλογισμοὶ ἐπεγειρόμενοι κατὰ τῆς τοῦ θεοῦ γνώσεως καὶ καλῶς τεταγμένης διατάξεως. 4.
Μετάφραση
Από πού λάβατε, ω σεις, την επινόηση της αθέμιτης πράξης σας; Διότι, πρώτον, σε ποιον δεν θα είναι φανερό ότι η διδασκαλία σας προέρχεται από δαίμονες, και ότι η επινοημένη αυτή κακομηχανία ανήκει σε ανθρώπους με απατημένο και διεφθαρμένο νου; Διότι, αν η κυοφορία είναι εντελώς πονηρή, τούτο δεν συμβαίνει εξαιτίας της τεκνογονίας αλλά εξαιτίας της σαρκικής συνάφειας· πώς λοιπόν εσείς, νικημένοι από την ηδονή, συνάπτεστε σαρκικά; Και αν δεν είναι πονηρή η σαρκική συνάφεια, ούτε είναι πονηρό, εφόσον συνήφθη κανείς, να φέρει εις πέρας αυτό που δημιουργήθηκε. Διαφορετικά, πρέπει ο άνθρωπος που έχει αποταχθεί τα εγκόσμια να μην καλλιεργεί τα της γης· όπως «ο Άβελ ήταν ποιμένας προβάτων, ενώ ο Κάιν εργαζόταν τη γη». Αν όμως κάποιος καλλιεργεί τη γη, όπως ο Νώε, ο οποίος «έγινε άνθρωπος γεωργός και φύτεψε αμπελώνα», δεν τον φύτεψε για να μη δώσει σταφύλια, αλλά τον φύτεψε «και ήπιε από τον καρπό του και μέθυσε», καθώς είναι γεγραμμένο. Ήταν δε πρέπον να δοθεί συγγνώμη στον γέροντα· διότι, όντας ευάρεστος στον Θεό, δεν υπέστη τη μέθη εξαιτίας ασωτίας, αλλά ίσως παρασυρμένος από τη λύπη βυθίστηκε σε νάρκη και, μην αντέχοντας και τα δύο εξαιτίας της αδυναμίας και των γηρατειών, υπέπεσε σε αδυναμία, όχι όμως για να χλευαστεί από το τέκνο του. Εκείνος δε που τον περιγέλασε έλαβε πάνω του την κατάρα, ώστε να τιμωρούνται όσοι εκτοξεύουν ύβρεις στους πατέρες τους, καθώς και οι λογισμοί μέσα μας που εγείρονται κατά της γνώσεως του Θεού και της ορθώς τεταγμένης τάξεώς Του. 4.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες