Καὶ οὐ λέγουσι τὴν αἰτίαν σαφῶς, ἀλλ᾽ ἁπλῶς, Οὐχ ὑπάρχει. Ἐκ τούτου εἰς ὑποψίαν ἐλθὼν, μήποτε καὶ εἰς τὸν Βενιαμὶν τὰ ὅμοια εἰργάσαντο, φησί· Τοῦτό ἐστιν ὃ εἴρηκα ὑμῖν, ὅτι κατάσκοποί ἐστε. Οὐ γὰρ μὴ ἐξέλθητε ἐντεῦθεν, ἕως οὗ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν ὁ νεώτερος ἔλθῃ ὧδε. Ἐκεῖνον ἰδεῖν βούλομαι· ἐπιθυμῶ θεάσασθαι τὸν τὰς αὐτάς μοι λύσαντα ὠδῖνας· ὑφορῶμαι γὰρ ὑμῶν ἐκ τῶν κατ᾽ ἐμὲ γενομένων τὴν μισάδελφον γνώμην. Εἰ τοίνυν βούλεσθε, Ἀποστείλατε ἕνα ἐξ ὑμῶν, καὶ ἀγάγετε αὐτόν· ὑμεῖς δὲ οἰκεῖτε τὸ δεσμωτήριον, ἕως ἂν ἐκεῖνος παραγένηται. Ἐκεῖνος γὰρ παραγεγονὼς διδάξει, εἰ ἀληθῆ τὰ παρ᾽ ὑμῶν λεγόμενα, καὶ ἐλευθερώσει ὑμᾶς πάσης ὑποψίας. Εἰ γὰρ μὴ τοῦτο γένοιτο, δῆλον ἔσται ὅτι κατάσκοποί ἐστε, καὶ διὰ τοῦτο ἐνταῦθα παραγεγόνατε. Καὶ ταῦτα εἰρηκὼς, Ἔθετο αὐτοὺς ἐν τῇ φυλακῇ. Ὅρα πῶς αὐτῶν βασανίζει τὰς γνώμας, καὶ δι᾽ ὧν εἰς τούτους ἐπιδείκνυται, τὴν φιλοστοργίαν δείκνυσι τὴν πρὸς τὸν ἀδελφόν. Μετὰ δὲ τρεῖς ἡμέρας καλέσας αὐτοὺς εἶπε· Τοῦτο ποιήσατε, καὶ ζήσεσθε· τὸν γὰρ Θεὸν ἐγὼ φοβοῦμαι. Εἰ εἰρηνικοί ἐστε, ἀδελφὸς ὑμῶν εἷς κατασχεθήτω ἐν τῇ φυλακῇ· αὐτοὶ δὲ βαδίσατε καὶ ἀπ[αγ]άγετε τὸν ἀγορασμὸν τῆς σιτοδοσίας ὑμῶν, καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν νεώτερον ἀγάγετε πρός με, καὶ πιστευθήσεται τὰ ῥήματα ὑμῶν· εἰ δὲ μὴ, ἀποθανεῖσθε.
Μετάφραση
Και δεν αναφέρουν την αιτία ξεκάθαρα, αλλά λένε απλώς: «Δεν υπάρχει πια». Εξαιτίας αυτού, επειδή υποψιάστηκε μήπως έκαναν τα ίδια και στον Βενιαμίν, λέει: «Αυτό είναι που σας είπα, ότι είστε κατάσκοποι. Διότι δεν πρόκειται να αναχωρήσετε από εδώ, μέχρι να έρθει εδώ ο μικρότερος αδελφός σας. Εκείνον θέλω να δω· επιθυμώ να αντικρίσω αυτόν που γεννήθηκε από την ίδια μήτρα με εμένα· διότι υποψιάζομαι για εσάς, εξαιτίας όσων κάνατε σε εμένα, τη μισάδελφη διάθεσή σας. Αν λοιπόν θέλετε, στείλτε έναν από εσάς, και φέρτε τον· εσείς όμως θα μείνετε στη φυλακή, μέχρις ότου εκείνος να έρθει. Διότι, όταν εκείνος φτάσει, θα αποδείξει εάν είναι αληθινά τα όσα λέτε, και θα σας απαλλάξει από κάθε υποψία. Αν όμως δεν γίνει αυτό, θα γίνει φανερό ότι είστε κατάσκοποι, και για τον λόγο αυτόν ήρθατε εδώ». Και αφού είπε αυτά, τους έβαλε στη φυλακή. Δες πώς δοκιμάζει τις διαθέσεις τους, και μέσα από τη συμπεριφορά του απέναντί τους, φανερώνει τη βαθιά στοργή του για τον αδελφό του. Έπειτα από τρεις ημέρες τους κάλεσε και είπε: «Αυτό να κάνετε, και θα ζήσετε· διότι εγώ φοβάμαι τον Θεό. Αν είστε ειρηνικοί άνθρωποι, ένας αδελφός σας ας κρατηθεί στη φυλακή· εσείς όμως πηγαίνετε και μεταφέρετε τα σιτηρά που αγοράσατε για την τροφή σας, και φέρτε σε εμένα τον μικρότερο αδελφό σας, και έτσι θα γίνουν πιστευτά τα λόγια σας· ειδάλλως, θα πεθάνετε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες