γʹ. Καὶ ταῦτα μὲν πρὸς ἀλλήλους διελέγοντο, νομίζοντες μηδενὸς τούτων ἐπακούειν τὸν Ἰωσήφ. Ὡς γὰρ ἀγνοῶν καὶ οὐκ εἰδὼς αὐτῶν τὴν γλῶτταν, παρεσκεύασεν ἑρμηνέα μεταξὺ ἀμφοτέρων ἑστάναι, καὶ τὰ παρ᾽ αὐτοῦ διασαφεῖν ἐκείνοις, καὶ τὰ παρ᾽ ἐκείνων αὐτῷ ἑρμηνεύειν. Ταῦτα δὲ ἀκούων ὁ Ῥουβὴν εἶπε πρὸς αὐτούς· Οὐκ ἐλάλησα ὑμῖν, λέγων, Μὴ ἀδικήσητε τὸ παιδάριον, καὶ οὐκ εἰσηκούσατέ μου; Καὶ ἰδοὺ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκζητεῖται. Οὐ συνεβούλευσα, φησὶ, τότε, οὐ παρεκάλεσα, ὥστε μηδεμίαν ἀδικίαν περὶ αὐτὸν ἐπιδείξασθαι; Διὰ τοῦτο νῦν Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκζητεῖται. Τῇ γὰρ γνώμῃ αὐτὸν ἀνείλετε· εἰ γὰρ καὶ μὴ διὰ τοῦ λαιμοῦ τὸ ξίφος ὤσατε, ἀλλὰ βαρβάροις ἀνδράσιν αὐτὸν πεπράκατε, καὶ χαλεπωτέραν θανάτου δουλείαν αὐτῷ ἐπενοήσατε· διὰ τοῦτο, Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκζητεῖται νῦν. Ἐννόησον ὅσον ἐστὶν ὑπὸ τοῦ συνειδότος κατηγορεῖσθαι, καὶ τοῦτον τὸν κατήγορον διηνεκῶς ἔχειν ἐπικείμενον, καταβοῶντα καὶ τὴν παρανομίαν ὑπομιμνήσκοντα.
Μετάφραση
Γ΄. Και αυτά τα συζητούσαν μεταξύ τους, νομίζοντας ότι ο Ιωσήφ δεν άκουγε τίποτα από αυτά. Διότι, παριστάνοντας ότι την αγνοεί και δεν γνωρίζει τη γλώσσα τους, είχε φροντίσει να στέκεται ανάμεσά τους ένας διερμηνέας, ώστε να διασαφηνίζει σε εκείνους τα δικά του λόγια και να ερμηνεύει σε αυτόν τα δικά τους. Ακούγοντας δε αυτά ο Ρουβήν, τους είπε: «Δεν σας μίλησα, λέγοντας: "Μην αδικήσετε το παιδί", και δεν με εισακούσατε; Και ιδού, το αίμα του εκζητείται». Δεν σας συμβούλευσα, λέει, τότε, δεν σας παρακάλεσα, ώστε να μην διαπράξετε καμία αδικία εις βάρος του; Γι' αυτό τώρα «το αίμα του εκζητείται». Διότι, ως προς την πρόθεσή σας, τον έχετε θανατώσει· γιατί, αν και δεν του βυθίσατε το ξίφος στον λαιμό, τον πουλήσατε όμως σε βάρβαρους άνδρες και επινοήσατε για αυτόν δουλεία χειρότερη και από τον θάνατο· γι' αυτό, «το αίμα του εκζητείται τώρα». Αναλογίσου πόσο βαρύ είναι να κατηγορείται κανείς από τη συνείδησή του και να έχει αυτόν τον κατήγορο να επικρέμαται διαρκώς πάνω του, να καταβοά και να του υπενθυμίζει την παρανομία του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες