Καὶ ἐνετείλατο, φησὶν, ἐμπλῆσαι τὰ ἀγγεῖα αὐτῶν σίτου, καὶ ἀποδοῦναι τὸ ἀργύριον ἑκάστῳ εἰς τὸν σάκκον αὐτοῦ, καὶ δοῦναι αὐτοῖς ἐπισιτισμὸν εἰς τὴν ὁδόν. Καὶ ἐπιθέντες τοῖς ὄνοις αὐτῶν ἀπῆλθον. Ὅρα πόσην φιλοτιμίαν ἐπιδείκνυται· καὶ ἄκοντας αὐτοὺς εὐεργετεῖ, οὐ τὸν σῖτον μόνον δεδωκὼς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀργύρια. Λύσας δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν τὸν μάρσιππον αὐτοῦ, ὥστε δοῦναι χορτάσματα τοῖς ὄνοις, ὁρᾷ τὸ ἀργύριον, καὶ εἶπε τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ. Ἐπὶ τούτῳ ἐξέστη ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ ἐταράχθησαν εἰς ἀλλήλους λέγοντες· Τί τοῦτο ἐποίησεν ἡμῖν ὁ Θεός; Ἐναγώνιοι πάλιν γεγόνασιν, ὑφορώμενοι μὴ καὶ τοῦτο προσθήκη ἐγκλημάτων αὐτοῖς γένηται, καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ συνειδότος ἔχοντες κατηγορίαν, πάντα ἐπέγραφον τῇ ἁμαρτίᾳ τῇ εἰς τὸν Ἰωσὴφ ὑπ᾽ αὐτῶν γεγενημένῃ.
Μετάφραση
«Και έδωσε εντολή», λέει, «να γεμίσουν τα δοχεία τους με σιτάρι, και να επιστρέψουν τα χρήματα του καθενός στον σάκο του, και να τους δώσουν εφόδια για τον δρόμο. Και, αφού τα φόρτωσαν στα υποζύγιά τους, αναχώρησαν». Δες πόση γενναιοδωρία επιδεικνύει· τους ευεργετεί ακόμη και παρά τη θέλησή τους, δίνοντάς τους όχι μόνο το σιτάρι, αλλά και τα χρήματα. Όταν, όμως, ένας από αυτούς άνοιξε τον σάκο του για να δώσει τροφή στα υποζύγια, είδε τα χρήματα και το ανέφερε στους αδελφούς του. Εξαιτίας αυτού, η καρδιά τους ταράχτηκε, και αναστατώθηκαν λέγοντας μεταξύ τους: «Τι είναι αυτό που μας έκανε ο Θεός;» Γέμισαν πάλι με αγωνία, υποψιαζόμενοι μήπως και αυτό αποτελέσει επιπλέον κατηγορία εναντίον τους, και, έχοντας τον έλεγχο της συνείδησής τους, απέδιδαν τα πάντα στην αμαρτία που είχαν διαπράξει εις βάρος του Ιωσήφ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες