Ταῦτα δὲ ἅπαντα ἐγίνετο, ἵνα τῇ ὄψει παραβάλλωσιν ἅπαντα οἱ τοῦ Ἰωσὴφ ἀδελφοὶ, καὶ τὴν σύγκρισιν τοῦ ἐνυπνίου, ἣν αὐτοὶ[ς] συνέκριναν, ἡνίκα ἤκουσαν τοῦ Ἰωσὴφ τὸ ὅραμα διηγουμένου, εἰς ἔργον ἀγάγωσι. Κατέβησαν γὰρ, φησὶν, οἱ δέκα ἀδελφοὶ, καὶ τὸν Βενιαμὶν οὐκ ἔλαβον, ὃς ἦν ἀδελφὸς τοῦ Ἰωσὴφ ὁμομήτριος. Εἶπε γὰρ ὁ πατὴρ αὐτοῦ· Μή ποτε συμβῇ αὐτῷ μαλακία· διὰ τὸ ἄωρον τῆς ἡλικίας ἐφείσατο τοῦ παιδός. Ἐλθόντες δὲ, καθάπερ ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου προσεκύνησαν τὸν Ἰωσὴφ ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν. Καὶ νῦν μὲν τέως ἀγνοοῦντες ἅπαντα ταῦτα ποιοῦσιν. Ἐπειδὴ γὰρ οὐκ ὀλίγος γέγονεν ὁ μεταξὺ χρόνος, οὐκέτι τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀδελφοῦ ἐπεγίνωσκον. Εἰκὸς γὰρ ἐν ἡλικίᾳ αὐτὸν γενόμενον ἐναλλαγήν τινα τοῦ χαρακτῆρος ἐργάσασθαι. Τὸ δὲ ὅλον οἶμαι καὶ οἰκονομίας εἶναι τοῦ τῶν ἁπάντων Θεοῦ, ὥστε μὴ δυνηθῆναι αὐτοὺς μήτε ἐκ τῆς διαλέξεως, μήτε ἐκ τῆς θέας ἐπιγνῶναι τὸν ἀδελφόν. Πόθεν γὰρ ἄν ποτε καὶ εἰς νοῦν τοῦτο ἐβά[λ]λοντο; Καὶ γὰρ ἐνόμιζον αὐτὸν παρὰ τοῖς Ἰσμαηλίταις οἰκέτην γενόμενον λοιπὸν τὴν παρὰ τοῖς βαρβάροις δουλείαν ὑπομένειν. Καὶ αὐτοὶ μὲν οὐδὲν τοιοῦτον οὐδὲ εἰς διάνοιαν λαβεῖν δυνηθέντες οὐκ ἐπεγίνωσκον τὸν Ἰωσήφ. Αὐτὸς δὲ παραχρῆμα θεασάμενος αὐτοὺς ἐπέγνω, καὶ λανθάνειν ἐσπούδαζε, καὶ ὡς ἀλλοτρίοις αὐτοῖς προσφέρεσθαι ἐβούλετο.
Μετάφραση
Όλα αυτά συνέβαιναν, προκειμένου οι αδελφοί του Ιωσήφ να τα παραβάλουν όλα με τα ίδια τους τα μάτια, και να κάνουν πράξη την ερμηνεία του ονείρου, την οποία οι ίδιοι είχαν δώσει όταν άκουσαν τον Ιωσήφ να διηγείται το όραμά του. Διότι, όπως λέει η Γραφή, κατέβηκαν οι δέκα αδελφοί και δεν πήραν μαζί τους τον Βενιαμίν, ο οποίος ήταν ομομήτριος αδελφός του Ιωσήφ. Διότι ο πατέρας του είχε πει: «Μήπως του συμβεί καμία ασθένεια»· εξαιτίας της τρυφερής ηλικίας του προφύλαξε το παιδί. Όταν δε ήλθαν, προσκύνησαν τον Ιωσήφ με το πρόσωπο στη γη, ως άρχοντα της Αιγύπτου. Και προς το παρόν βέβαια, τα έκαναν όλα αυτά έχοντας πλήρη άγνοια. Διότι, επειδή είχε περάσει όχι λίγος χρόνος στο μεταξύ, δεν αναγνώριζαν πια τα χαρακτηριστικά του αδελφού τους. Επειδή ήταν φυσικό, καθώς είχε μεγαλώσει σε ηλικία, να έχει επέλθει κάποια αλλαγή στη μορφή του. Νομίζω όμως ότι το όλο γεγονός αποτελούσε και οικονομία του Θεού των πάντων, ώστε να μην μπορέσουν αυτοί να αναγνωρίσουν τον αδελφό τους ούτε από την ομιλία ούτε από την όψη. Από πού άλλωστε θα μπορούσαν ποτέ να βάλουν κάτι τέτοιο στον νου τους; Διότι νόμιζαν ότι αυτός, αφού έγινε υπηρέτης στους Ισμαηλίτες, θα υπέμενε πλέον τη δουλεία ανάμεσα στους βαρβάρους. Και αυτοί μεν, μη μπορώντας να βάλουν τίποτε τέτοιο στη σκέψη τους, δεν αναγνώρισαν τον Ιωσήφ. Εκείνος όμως, μόλις τους αντίκρισε, τους αναγνώρισε αμέσως, αλλά φρόντισε να παραμείνει άγνωστος και ήθελε να τους συμπεριφερθεί σαν να ήταν ξένοι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες