Ἀλλ᾽ οὐχὶ μᾶλλον τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ θηριοβρώτου γενομένου· ἀλλ᾽ ὅμως ἔνεγκε τὴν συμφορὰν, καὶ τὴν μετ᾽ ἐκείνην, καὶ τὴν μετὰ ταύτην. Ὁ πατὴρ ἔκλαυσεν, ἀλλ᾽ οὐκ ἠσέβησεν· ἐπένθησεν, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπεδυσπέτησεν, ἀλλὰ μέχρι τούτων ἔστη τῶν ῥημάτων, λέγων· Ἰωσὴφ οὐκ ἔστι, Συμεὼν οὐκ ἔστι, καὶ τὸν Βενιαμὶμ λήψεσθε; ἐπ᾽ ἐμὲ ἐγένετο ταῦτα πάντα. Ὁρᾷς πῶς ἐκεῖνον λιμοῦ τυραννὶς ἔπεισε καταφρονῆσαι τῶν παίδων· παρὰ δὲ σοὶ οὐκ ἰσχύει ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος ὅσον ὁ λιμός; Κλαῦσον, οὐ κωλύω, ἀλλὰ μηδὲν βλάσφημον μήτε εἴπῃς, μήτε πράξῃς.
Μετάφραση
Αλλά όχι περισσότερο από τον Ιωσήφ, που έγινε βορά των θηρίων· κι όμως, υπέμεινε τη συμφορά, και την επόμενη, και τη μεθεπόμενη. Ο πατέρας έκλαψε, αλλά δεν ασέβησε· πένθησε, αλλά δεν γόγγυσε, παρά περιορίστηκε μόνο σε τούτα τα λόγια, λέγοντας: «Ο Ιωσήφ δεν υπάρχει, ο Συμεών δεν υπάρχει, και τον Βενιαμίν θα πάρετε; Επάνω μου έπεσαν όλα αυτά». Βλέπεις πώς εκείνον η τυραννία της πείνας τον έπεισε να αποχωριστεί τα παιδιά του; Ενώ σε σένα, ο φόβος του Θεού δεν έχει τόση δύναμη όση είχε σε εκείνον η πείνα; Κλάψε, δεν σε εμποδίζω, αλλά να μην πεις ούτε να πράξεις τίποτα το βλάσφημο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες