Ὁ μὲν Ἰωσὴφ τούτους ἐπέγνω, οἱ δέκα δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίς ἦν· ὅθεν λοιπὸν τὸν γνωρισμὸν κυοφορῶν, λέγει ὁ ἄναξ· «Κατάσκοποι οὗτοι οἱ ἄνδρες εἰσί.» Καὶ ἅμα τῷ ῥητῷ φυλαχθῆναι ἔφη αὐτούς· καὶ αὐτὸν βασιλέα εἴδοσαν καὶ τροφέα ὃν αὐτοὶ φθόνῳ ἀπεμπόλησαν, καὶ ἔκραζον· Μέγας μόνος Κύριος ὁ σωτὴρ ἡμῶν. «Τὰ καθ᾽ ὑμᾶς εἴπατε, πορφύραν μὴ ψεύσησθε», ὁ ἄναξ ἐβόησε· «τὰς καρδίας ὑμῶν ἔγνων, οὐ λανθάνει με οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν· οἶδα ὑμᾶς.» Οἱ δέ φασι· «Δοῦλόν σου πατέρα κεκτήμεθα· ἐσμὲν <δυὸ> καὶ δέκα οἱ ἀδελφοί· εἷς τετελεύτηκε 〈ἡμῶν〉 —σοὶ τῷ δεσπότῃ ἀλήθειαν ἐροῦμεν εἰς ἃ φράζομεν—· μικρότερος δ᾽ ἡμῶν πάντων ἐστὶ Βενιαμίν· 〈νῦν〉 τοῦ οἴκου σου οὗτος ἐστὶ παραμυθία· καὶ ἡμεῖς σίτου χάριν ἤλθομεν, καὶ κράζομεν· Μέγας μόνος Κύριος ὁ σωτὴρ ἡμῶν. —Ὑμεῖς πρὸς ἃ λέγετε εἰ θέλετε πεῖσαί με, ὃ λέγω ποιήσατε· οὐχ ὡς ἄναξ ἐπιτρέπω, ἀλλ᾽ ὡς σύγγονος συγγόνοις λαλῶ· λάβετε μὲν τὸν σῖτον οἱ πάντες, ἕνα δὲ παρεάσαντες οἱ ἄλλοι βαδίσατε ἐν χαρᾷ· ἀγάγετε δὲ τὸν μικρὸν σύγγονον πρός με, καὶ γνώσομαι ὅτι οὐ δόλ<ιοί> ἐστε.» Καὶ ἔλαβε λοιπὸν ἐξ ἐκείνων τὸν Συμεὼν, δήσας ἔμπροσθεν πάντων· οἱ λοιποὶ δὲ ἰδόντες ἅ ποτε ἔπραξαν ἐμνήσθησαν καὶ ἔκραξαν· Μέγας μόνος Κύριος ὁ σωτὴρ ἡμῶν.
Μετάφραση
Ο Ιωσήφ τους αναγνώρισε, αλλά οι δέκα δεν κατάλαβαν ποιος ήταν. Έτσι λοιπόν, προετοιμάζοντας την αναγνώριση, λέει ο άρχοντας: «Κατάσκοποι είναι αυτοί οι άνδρες.» Και ταυτόχρονα με τα λόγια του διέταξε να φυλακιστούν. Έτσι είδαν ως βασιλιά και τροφέα αυτόν που οι ίδιοι από φθόνο είχαν πουλήσει, και φώναζαν: Μέγας είναι μόνο ο Κύριος, ο Σωτήρας μας. «Πείτε τα σχετικά με εσάς, μην πείτε ψέματα στην πορφύρα», φώναξε ο άρχοντας, «γνώρισα τις καρδιές σας, κανείς από εσάς δεν μου διαφεύγει. Σας ξέρω.» Αυτοί δε απαντούν: «Έχουμε πατέρα που είναι δούλος σου. Είμαστε δώδεκα αδέλφια. Ο ένας μας έχει πεθάνει —σε εσένα τον δεσπότη θα πούμε την αλήθεια σε όσα αναφέρουμε—. Ο μικρότερος από όλους μας είναι ο Βενιαμίν. Τώρα αυτός αποτελεί την παρηγοριά του οίκου σου. Και εμείς ήρθαμε για χάρη του σιταριού, και φωνάζουμε: Μέγας είναι μόνο ο Κύριος, ο Σωτήρας μας.» —«Για όσα λέτε, εάν θέλετε να με πείσετε, κάντε αυτό που λέω. Δεν σας διατάζω ως άρχοντας, αλλά σας μιλώ ως αδελφός προς αδέλφια. Πάρτε όλοι το σιτάρι, και αφού αφήσετε τον έναν, οι άλλοι πορευτείτε με χαρά. Φέρτε δε σε εμένα τον μικρό αδελφό σας, και έτσι θα γνωρίσω ότι δεν είστε δόλιοι.» Και πήρε λοιπόν από αυτούς τον Συμεών, και τον έδεσε μπροστά σε όλους. Οι υπόλοιποι δε, βλέποντας αυτά, θυμήθηκαν όσα κάποτε είχαν πράξει και φώναξαν: Μέγας είναι μόνο ο Κύριος, ο Σωτήρας μας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες