βʹ. Καὶ τέως μὲν πυνθάνεται ἐκ ποίας χώρας τυγχάνουσι, καί φασιν ἐκ τῆς Χαναὰν ἐλθεῖν ἀγοράσαι βρώματα. Ἡ τοῦ λιμοῦ, φασὶν, ἀνάγκη τῆς ὁδοιπορίας ἡμᾶς ταύτης ἀνασχέσθαι πεποίηκε, καὶ διὰ τοῦτο καταλιπόντες τὰ οἰκεῖα ἐνταῦθα παραγεγόναμεν. Καὶ ἐμνήσθη, φησὶν, Ἰωσὴφ τῶν ἐνυπνίων, ὧν εἶδεν αὐτός. Εἰς ἔννοιαν ἐλθὼν τῶν ὀνειράτων, καὶ εὑρὼν τὴν ἔκβασιν εἰς ἔργον ἐληλυθυῖαν, ἐβούλετο μετὰ ἀκριβείας ἅπαντα μαθεῖν. Διὸ καὶ μετὰ πολλῆς αὐτοῖς τῆς σφοδρότητος εὐθέως ἀποκρίνεται, καί φησι· Κατάσκοποί ἐστε, καὶ κατανοῆσαι τὰ ἴχνη τῆς γῆς ἥκατε. Οὐχ ὑγιεῖ, φησὶ, γνώμῃ παραγεγόνατε.
Μετάφραση
βʹ. Και αρχικά τους ρωτά από ποια χώρα προέρχονται, και εκείνοι απαντούν ότι ήλθαν από τη Χαναάν για να αγοράσουν τρόφιμα. «Η ανάγκη του λιμού», λένε, «μας ανάγκασε να υποστούμε αυτήν την οδοιπορία, και γι' αυτό εγκαταλείψαμε τις εστίες μας και φθάσαμε εδώ». Και θυμήθηκε, λέει, ο Ιωσήφ τα ενύπνια που είχε δει ο ίδιος. Αφού έφερε στον νου του τα όνειρα και διαπίστωσε ότι η εκπλήρωσή τους είχε γίνει πλέον πραγματικότητα, θέλησε να μάθει τα πάντα με ακρίβεια. Γι' αυτό και τους αποκρίνεται αμέσως με πολλή σφοδρότητα και λέει: «Είστε κατάσκοποι και έχετε έλθει για να εξερευνήσετε τα αδύνατα σημεία της χώρας. Δεν έχετε έλθει», λέει, «με αγαθές προθέσεις».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες