Φθάνομεν γὰρ ὑπὸ τοῦ λιμοῦ καταναλωθῆναι, εἰ μὴ βουληθῇς ἀπολύσας αὐτὸν ἐκπέμψαι ἡμᾶς. Βλέπε λοιπὸν ἐνταῦθα, ἀγαπητὲ, πῶς ἡ τοῦ λιμοῦ ἀνάγκη ἐνίκησε τὴν φιλοστοργίαν τοῦ πατρός. Ὁρῶν γὰρ οὐδεμίαν αὐτοὺς εὑρίσκοντας παραμυθίαν ἑτέραν, καὶ τὸν λιμὸν ἐπιτεινόμενον, φησίν· Εἰ οὕτως ἐστὶ, καὶ τοῦτο δεῖ πάντως γενέσθαι, καὶ οὐχ οἷόν τε ὑμᾶς κατελθεῖν, εἰ μὴ καὶ τοῦτον λάβοιτε, ὀφείλετε καὶ δῶρα ἀποκομίσαι τῷ ἀνδρί. Καὶ τὸ ἀργύριον δὲ, ὅπερ ἐν τοῖς μαρσίπποις ὑμῶν εὑρήκατε, ἀπαγάγετε, καὶ ἕτερον ἀργύριον, ὥστε πρίασθαι. Καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν λάβετε, καὶ ἀναστάντες κατάβητε πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Ὁ δὲ Θεός μου δῴ[η] ὑμῖν χάριν ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀποστείλαι τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν ἕνα καὶ τὸν Βενιαμίν. Ἐγὼ γὰρ καθὰ ἠτέκνωμαι, ἠτέκνωμαι. Ὅρα πῶς τὴν ἄφατον αὐτοῦ φιλοστοργίαν ἐπιδείκνυται, ἣν περὶ τὸν Ἰωσὴφ ἐκέκτητο. Ἵνα γὰρ μή τις νομίσῃ περὶ τοῦ Βενιαμὶν, ἢ περὶ τοῦ Συμεὼν εἰρῆσθαι τὸ, Ἐγὼ γὰρ καθὰ ἠτέκνωμαι, ἠτέκνωμαι, διὰ τοῦτο προλαβών φησιν· Ὁ δὲ Θεός μου δῷ ὑμῖν χάριν, καὶ ἀποστείλαι τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν ἕνα καὶ τὸν Βενιαμίν. Εἰ καὶ ὅτι, φησὶ, κἂν οὗτοι διασωθῶσιν, ἀλλ᾽ Ἐγὼ καθὰ ἠτέκνωμαι, ἠτέκνωμαι. Ἐννόει πῶς ὅλως τῇ εὐνοίᾳ τῷ Ἰωσὴφ ἦν προσκείμενος Ὁρῶν γὰρ τοσούτων χορὸν παίδων αὐτοῦ περιεστῶτα, ἄτεκνον ἑαυτὸν εἶναι ἐνόμιζεν, ἐπειδὴ ἐκείνου ἀπεστερεῖτο.
Μετάφραση
Διότι κινδυνεύουμε να εξοντωθούμε από τον λιμό, εάν δεν θελήσεις να τον αφήσεις να φύγει μαζί μας. Παρατήρησε λοιπόν εδώ, αγαπητέ, πώς η ανάγκη του λιμού νίκησε τη φιλοστοργία του πατέρα. Διότι, βλέποντας ότι αυτοί δεν βρίσκουν καμία άλλη παρηγοριά και ότι ο λιμός επιδεινώνεται, λέει: «Αν έτσι έχουν τα πράγματα και αυτό πρέπει οπωσδήποτε να γίνει, και δεν είναι δυνατόν να κατεβείτε εάν δεν πάρετε και αυτόν, οφείλετε να πάρετε και δώρα σε αυτόν τον άνδρα. Και τα χρήματα, τα οποία βρήκατε στους σάκους σας, πάρτε τα πίσω, μαζί με άλλα χρήματα, ώστε να αγοράσετε. Και πάρτε τον αδελφό σας, και σηκωθείτε και κατεβείτε σε αυτόν τον άνθρωπο. Ο δε Θεός μου ας σας δώσει χάρη ενώπιον αυτού του ανθρώπου, ώστε να στείλει πίσω τον άλλο σας αδελφό και τον Βενιαμίν. Εγώ δε, όπως έμεινα άτεκνος, έμεινα άτεκνος». Παρατήρησε πώς φανερώνει την άφατη φιλοστοργία του, την οποία έτρεφε για τον Ιωσήφ. Διότι, για να μην νομίσει κάποιος ότι το «Εγώ, όπως έμεινα άτεκνος, έμεινα άτεκνος» ειπώθηκε για τον Βενιαμίν ή τον Συμεών, γι' αυτό προλαβαίνοντας λέει: «Ο δε Θεός μου ας σας δώσει χάρη, και ας στείλει πίσω τον αδελφό σας τον ένα και τον Βενιαμίν». Έστω κι αν αυτοί, λέει, διασωθούν, εγώ «όπως έμεινα άτεκνος, έμεινα άτεκνος». Αναλογίσου πώς ήταν εξολοκλήρου προσηλωμένος με την αγάπη του στον Ιωσήφ. Διότι, ενώ έβλεπε γύρω του να στέκεται ολόκληρος χορός από τόσα παιδιά, θεωρούσε τον εαυτό του άτεκνο, επειδή είχε στερηθεί εκείνον.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες