εʹ. Ὅρα πῶς αἱ συμφοραὶ κατελέαναν αὐτῶν τὸν λογισμὸν, καὶ ἐποίησαν αὐτοὺς ἐπιεικεστέρους. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἵλεως ὑμῖν, μὴ φοβεῖσθε· ὁ Θεὸς ὑμῶν, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ πατρὸς ὑμῶν ἔδωκεν ὑμῖν θησαυροὺς ἐν τοῖς μαρσίπποις ὑμῶν· τὸ γὰρ ἀργύριον ὑμῶν εὐδοκιμοῦν ἀπέχω. Μὴ δειλιᾶτε, φησὶ, μηδὲ τούτου ἕνεκεν ἀγωνιᾶτε. Οὐδεὶς ὑμῖν ταύτης ἕνεκεν τῆς αἰτίας ἔγκλημα περιάψει· καὶ γὰρ τὸ ἀργύριον πεπληρώμεθα· τοῦ δὲ Θεοῦ ἡγεῖσθε καὶ τοῦτο γεγενῆσθαι, καὶ θησαυροὺς ὑμῖν δεῖξαι ἐν τοῖς μαρσίπποις ὑμῶν. Καὶ ταῦτα εἰρηκὼς ἐξήγαγε τὸν Συμεῶνα, καὶ ἤνεγκεν ὕδωρ νίψαι τοὺς πόδας αὐτῶν, καὶ χορτάσματα ἔδωκε τοῖς ὄνοις αὐτῶν.
Μετάφραση
ε΄. Παρατήρησε πώς οι συμφορές καταπράϋναν τον λογισμό τους και τους έκαναν πιο ήπιους. Εκείνος δε τους είπε: «Ειρήνη σε εσάς, μην φοβάστε· ο Θεός σας και ο Θεός του πατέρα σας, σας έδωσε θησαυρούς στους σάκους σας· διότι εγώ έχω λάβει τα χρήματά σας στο ακέραιο». Μη δειλιάζετε, λέει, ούτε να αγωνιάτε για αυτό το ζήτημα. Κανείς δεν πρόκειται να σας προσάψει κατηγορία για αυτή την αιτία, διότι εμείς έχουμε λάβει τα χρήματα. Να θεωρείτε δε ότι και αυτό είναι έργο του Θεού, το ότι δηλαδή σας φανέρωσε θησαυρούς στους σάκους σας. Και αφού είπε αυτά, έφερε έξω τον Συμεών, προσέφερε νερό για να νίψουν τα πόδια τους και έδωσε τροφή στα υποζύγιά τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες