Ὥσπερ δὲ δέον μηδέποτε καθαρεύειν αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἀθυμίας, οὕτως, ἀρξαμένης ταύτης θεραπεύεσθαι τῆς πληγῆς, λιμὸς ἐπελθὼν καὶ τὴν γῆν ἅπασαν κατασχὼν ἐλύπει μὲν αὐτὸν σφόδρα τὸ πρότερον· ὡς δὲ ἀνελθόντες ἀπὸ τῆς Αἰγύπτου οἱ υἱοὶ παραμυθίαν ἐκομίσαντο τοῦ κακοῦ ἑτέρᾳ λύπῃ ταύτην ἀναμίξαντες ἤγαγον, καὶ τὴν ἀπὸ τῆς τοῦ λιμοῦ λύσεως ἡδονὴν συνέχεεν ἡ τοῦ παιδὸς ἀποδημία. Καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ τὸν Βενιαμὶν ἀπῄτουν αὐτὸν, ὃν μόνον εἶχε παραψυχὴν καὶ τῆς ἀπελθούσης γυναικὸς καὶ τοῦ θηριοβρώτου παιδός. Οὐ ταῦτα δὲ μόνον αὐτὸν ἀντέχεσθαι ἐποίει τοῦ Βενιαμὶν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς ἡλικίας, καὶ τὰ τῆς ἀνατροφῆς. Οὐ καταβήσεται γὰρ, φησὶν, ὁ υἱός μου μεθ᾽ ὑμῶν, ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἀπέθανε, καὶ αὐτὸς μόνος καταλέλειπται, καὶ συμβήσεται αὐτὸν μαλακισθῆναι ἐν τῇ ὁδῷ, ἐν ᾗ ἂν πορεύησθε, καὶ κατάξετέ μου τὸ γῆρας μετὰ λύπης εἰς ᾅδου. Τὸ μὲν οὖν πρῶτον διὰ ταῦτα πάντα παρῃτεῖτο, καὶ οὐκ ἔφασκε δώσειν αὐτόν· ἐπειδὴ δὲ σφοδρὸς ἐπέπεσεν ὁ λιμὸς, καὶ μείζονος τῆς ἀνάγκης ᾔσθετο, καίτοι σφόδρα ἀποδυρόμενος, Τί γάρ με ἐκακοποιήσατε, φησὶν, ἀπαγγείλαντες τῷ ἀνθρώπῳ εἰ ἔστιν ὑμῖν ἀδελφός; καὶ τοῦτο πάντων ὀδυνηρότερον ὑπέμενε τὰ ἐλεεινὰ ῥήματα φθεγγόμενος ὁ Ἰακὼβ, Ἰωσὴφ, φησὶν, οὐκ ἔστι, Συμεὼν οὐκ ἔστι, καὶ τὸν Βενιαμὶν λήψεσθε;
Μετάφραση
Σαν να μην ήταν όμως γραφτό να απαλλαγεί ποτέ η ψυχή του από τη θλίψη, έτσι, ενώ είχε αρχίσει να θεραπεύεται αυτή η πληγή, επήλθε ο λιμός και, αφού κατέλαβε ολόκληρη τη γη, τον στενοχώρησε πάρα πολύ στην αρχή. Όταν όμως οι γιοι του επέστρεψαν από την Αίγυπτο και έφεραν παρηγοριά για αυτό το κακό, την έφεραν αναμεμειγμένη με μια άλλη λύπη, και τη χαρά από την αντιμετώπιση του λιμού την επισκίασε η απουσία του παιδιού. Και δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά και το γεγονός ότι του ζητούσαν τον Βενιαμίν, ο οποίος ήταν η μόνη παρηγοριά που του είχε απομείνει τόσο για τη γυναίκα του που είχε πεθάνει όσο και για το παιδί του που κατασπαράχθηκε από τα θηρία. Και δεν ήταν μόνο αυτά που τον έκαναν να προσκολλάται στον Βενιαμίν, αλλά και το νεαρό της ηλικίας του και η ανατροφή του. Διότι έλεγε: «Δεν θα κατέβει ο γιος μου μαζί σας, επειδή ο αδελφός του πέθανε και αυτός έχει απομείνει μόνος, και αν τυχόν του συμβεί κάποιο κακό στον δρόμο όπου θα πορεύεστε, θα κατεβάσετε τα γηρατειά μου με λύπη στον άδη». Στην αρχή, λοιπόν, εξαιτίας όλων αυτών αρνούνταν και δήλωνε πως δεν πρόκειται να τον δώσει. Επειδή όμως ο λιμός ενέσκηψε σφοδρός και αισθανόταν μεγαλύτερη την ανάγκη, παρότι θρηνούσε γοερά λέγοντας: «Γιατί μου κάνατε αυτό το κακό, να πείτε σε εκείνον τον άνθρωπο ότι έχετε αδελφό;», υπέμεινε και αυτό, το πιο επώδυνο από όλα, προφέροντας ο Ιακώβ αυτά τα αξιοθρήνητα λόγια: «Ο Ιωσήφ», λέει, «δεν υπάρχει, ο Συμεών δεν υπάρχει, και τώρα θα πάρετε και τον Βενιαμίν;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες