Καὶ διέῤῥηξαν, φησὶ, τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐπέθηκαν πάλιν τοὺς μαρσίππους αὐτῶν, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πόλιν. Καὶ εἰσελθὼν ὁ Ἰούδας καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰωσὴφ, ἔπεσον ἐναντίον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν. Ὅρα ποσάκις τὴν προσκύνησιν ποιοῦνται. Εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰωσήφ· Τί τοῦτο πεποιήκατε; Οὐκ οἴδατε ὅτι οἰωνισμῷ οἰωνίζομαι ἐν αὐτῷ; Εἶπε δὲ, φησὶν, Ἰούδας· Τί ἀντεροῦμεν, ἢ τί λαλήσομεν τῷ κυρίῳ, ἢ τί δικαιωθῶμεν; Ὁ δὲ Θεὸς εὗρε τὴν ἀδικίαν τῶν παίδων σου. Πάλιν ἑαυτοὺς ἀναμιμνήσκουσι τῶν ἤδη εἰς αὐτὸν ὑπ᾽ αὐτῶν γεγενημένων.
Μετάφραση
Και έσκισαν, λέει, τα ενδύματά τους, φόρτωσαν πάλι τους σάκους τους και επέστρεψαν στην πόλη. Και αφού εισήλθε ο Ιούδας και οι αδελφοί του στον Ιωσήφ, έπεσαν ενώπιόν του καταγής. Δες πόσες φορές τον προσκυνούν. Είπε τότε σε αυτούς ο Ιωσήφ: «Τι είναι αυτό που κάνατε; Δεν γνωρίζετε ότι εγώ με αυτό ασφαλώς οιωνοσκοπώ;» Και είπε, λέει, ο Ιούδας: «Τι να απαντήσουμε, ή τι να πούμε στον κύριο, ή πώς να δικαιωθούμε; Ο Θεός ανακάλυψε την αδικία των δούλων σου». Πάλι φέρνουν στον νου τους εκείνα που είχαν ήδη διαπράξει εναντίον του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες