Καὶ προσελθὼν εἷς ἐξ αὐτῶν, ὀνόματι Ἰούδας, ἐγονυπέτει καὶ παρεκάλει λέγων· μὴ ὀργισθῇς, κύριε, ἵνα λαλήσω. Αὐτὸς ἡμᾶς ἠρώτησας παῖδάς σου λέγων, εἰ ἔχετε πατέρα ἢ ἀδελφόν· καὶ εἴπομεν· ὅτι ἐστὶν ὁ πατὴρ ἡμῶν δοῦλος σός, ἐσχηκὼς δύο τέκνα παμφίλτατα, ὑπὲρ πάντας ἡμᾶς· καὶ τὸν μὲν ἕνα θηρίον ἐσπάραξεν ἐν ὄρεσι, καὶ ὁ πατὴρ πενθεῖ αὐτὸν καθ᾽ ἑκάστην ὥραν, καὶ ἐν ὀδύνῃ καὶ στεναγμῷ ὑπάρχει ἄχρι τοῦ νῦν, καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ὅτι καὶ ἡ γῆ πενθεῖ εἰς τὴν φωνὴν αὐτοῦ· τὸν δὲ ἄλλον μεθ᾽ ἑαυτοῦ κρατεῖ εἰς παρηγορίαν ἀντὶ τοῦ πρώτου τέκνου· νῦν δὲ καθὼς ἐκέλευσας, ἠγάγομεν τὸν ἀδελφόν, καὶ εὑρέθημεν οἱ παῖδές σου ἐν δεινῇ ἀδικίᾳ. Ἐγὼ ἱκετεύω, ἵνα ἔσομαί σοι οἰκέτης ἀντὶ τοῦ παιδὸς τούτου. Μόνον ἀπελθέτω ὁ παῖς σὺν τοῖς ἀδελφοῖς πρὸς τὸν πατέρα, ὅτι αὐτὸν ἐγὼ ἐκδέδεγμαι ἐκ τοῦ πατρός μου, καὶ ἀπελθεῖν χωρὶς αὐτοῦ πρὸς τὸν πατέρα οὐ δύναμαι, ἵνα μὴ ἴδω τὸν τοῦ πατρός μου πικρὸν θάνατον.
Μετάφραση
Και αφού πλησίασε ένας από αυτούς, ονόματι Ιούδας, γονάτισε και παρακαλούσε λέγοντας: Μην οργιστείς, κύριε, να μιλήσω. Εσύ ο ίδιος ρώτησες εμάς τους δούλους σου, λέγοντας, αν έχουμε πατέρα ή αδελφό. Και απαντήσαμε ότι ο πατέρας μας, ο δούλος σου, απέκτησε δύο τέκνα πάρα πολύ αγαπημένα, περισσότερο από όλους εμάς. Και τον μεν έναν τον κατασπάραξε θηρίο στα όρη, και ο πατέρας τον πενθεί κάθε ώρα, και βρίσκεται σε οδύνη και στεναγμό μέχρι τώρα, και σχεδόν μπορεί να πει κανείς ότι και η γη πενθεί με τη φωνή του. Τον δε άλλον τον κρατά μαζί του για παρηγοριά αντί του πρώτου τέκνου. Τώρα όμως, όπως πρόσταξες, φέραμε τον αδελφό, και βρεθήκαμε εμείς οι δούλοι σου σε φοβερή αδικία. Εγώ σε ικετεύω να γίνω δούλος σου αντί αυτού του παιδιού. Μόνο ας επιστρέψει το παιδί μαζί με τους αδελφούς προς τον πατέρα, διότι εγώ τον έχω αναλάβει με εγγύηση από τον πατέρα μου, και να επιστρέψω χωρίς αυτόν προς τον πατέρα δεν μπορώ, για να μη δω τον πικρό θάνατο του πατέρα μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες