Καὶ τέλος λαβούσης τῆς ἑστιάσεως, Καλέσας, φησὶν, ὁ Ἰωσὴφ τὸν ἐπὶ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἐνετείλατο αὐτῷ, λέγων· Πλῆσον τοὺς μαρσίππους τῶν ἀνθρώπων βρωμάτων, ὅσα ἂν δύνανται ἆραι, καὶ τὸ ἀργύριον ὡσαύτως ἑκάστου εἰς τὸν μάρσιππον αὐτοῦ, καὶ τὸ κόνδυ τὸ ἀργυροῦν ἔμβαλε εἰς τὸν μάρσιππον τοῦ νεωτέρου. Ὅρα πάλιν οἵαν μηχανὴν ἐξευρίσκει, ὥστε δοκιμὴν ἀκριβεστάτην λαβεῖν τῆς τῶν ἀδελφῶν γνώμης, ἣν περὶ τὸν Βενιαμὶν ἐπεδείκνυντο. Καὶ τούτων γενομένων, ἀπέλυσεν αὐτούς.
Μετάφραση
Και όταν έλαβε τέλος το γεύμα, αναφέρει η Γραφή, ο Ιωσήφ κάλεσε τον επιστάτη του οίκου του και του έδωσε εντολή, λέγοντας: «Γέμισε τους σάκους των ανθρώπων με τρόφιμα, όσα μπορούν να μεταφέρουν, και τοποθέτησε ομοίως το αργύριο του καθενός μέσα στον σάκο του· και το ασημένιο κύπελλο βάλε το στον σάκο του νεότερου». Δες πάλι τι τέχνασμα επινοεί, ώστε να λάβει ακριβέστατη απόδειξη της διάθεσης των αδελφών του, την οποία έδειχναν απέναντι στον Βενιαμίν. Και αφού έγιναν αυτά, τους άφησε να αναχωρήσουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες