ϛʹ. Ὅρα πῶς, ὅπερ ἐδεδοίκει ὁ πατὴρ, τοῦτο αὐτοῖς συμβέβηκε· καὶ θόρυβον ὑπομένουσι καὶ ταραχὴν, οὐκ εἰδότες ὅ τι καὶ πράξωσιν. Ἐγγίσας δὲ, φησὶν, Ἰούδας εἶπεν. Ἐπειδὴ γὰρ καὶ αὐτὸς ἦν ὁ παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτὸν δεξάμενος καὶ εἰπών· Ἐὰν μὴ ἀγάγω αὐτὸν πρὸς σὲ, ἔσομαι ἡμαρτηκὼς ἐναντίον σου πάσας τὰς ἡμέρας· διὰ τοῦτο πλησίον γεγονὼς διηγεῖται ἅπαντα μετὰ ἀκριβείας αὐτῷ, ἵνα εἰς συμπάθειαν αὐτὸν ἐφελκυσάμενος παρασκευάσῃ ἀφεῖναι τὸν παῖδα. Ἐγγίσας γὰρ αὐτῷ Ἰούδας εἶπε· Δέομαι, κύριε, λαλησάτω ὁ παῖς σου. Σκόπει πῶς δι᾽ ὅλου ὡς δεσπότῃ δοῦλος διαλέγεται· καὶ μνημόνευέ μοι τῶν ὀνειράτων τῶν δραγμάτων, ἐξ ὧν καὶ μείζονα τὸν κατ᾽ αὐτοῦ φθόνον ἠκόνησαν, καὶ ἐκπλήττου τὴν εὐμήχανον τοῦ Θεοῦ σοφίαν, ὅπως τοσούτων κωλυμάτων ἐν μέσῳ γενομένων εἰς ἔργον ἅπαντα ἐξῄει. Λαλησάτω, φησὶν, ὁ παῖς σου ἐναντίον σου, καὶ μὴ θυμωθῇς τῷ παιδί σου, κύριε. Σὺ ἠρώτησας τοὺς παῖδάς σου, λέγων· Εἰ ἔχετε πατέρα, ἢ ἀδελφόν; Καὶ εἴπαμεν τῷ κυρίῳ· Ἔστιν ἡμῖν πατὴρ πρεσβύτερος καὶ παιδίον γήρως νεώτερον αὐτῷ, καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἀπέθανεν. Ἐννόει μοι ἐνταῦθα, τίς ἦν ταῦτα ἀκούων ὁ Ἰωσήφ. Αὐτὸς δὲ μόνος ὑπολέλειπται τῇ μητρὶ αὐτοῦ· ὁ δὲ πατὴρ αὐτὸν ἠγάπησε. Τίνος ἕνεκεν καὶ ἐνταῦθα ψεύδεται οὕτω λέγων, ὅτι Ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἀπέθανε, καίτοι τοῖς ἐμπόροις αὐτὸν ἀπέδοντο;
Μετάφραση
ΣΤʹ. Δες πώς, αυτό ακριβώς που φοβόταν ο πατέρας, αυτό τους συνέβη· και υφίστανται θόρυβο και ταραχή, μη γνωρίζοντας τι να πράξουν. «Αφού πλησίασε δε», λέει το κείμενο, «ο Ιούδας είπε». Διότι, επειδή αυτός ήταν που τον παρέλαβε από τον πατέρα του λέγοντας: «Εάν δεν τον φέρω πίσω σε σένα, θα είμαι ένοχος απέναντί σου όλες τις ημέρες»· για τον λόγο αυτόν, αφού τον πλησίασε, του τα διηγείται όλα με ακρίβεια, ώστε να τον ελκύσει σε συμπάθεια και να τον παρακινήσει να αφήσει το παιδί. Διότι: «Αφού τον πλησίασε ο Ιούδας είπε: Σε παρακαλώ, κύριε, ας μιλήσει ο δούλος σου». Παρατήρησε πώς διαρκώς συνομιλεί μαζί του σαν δούλος προς κύριο· και θυμήσου τα όνειρα με τα δεμάτια, εξαιτίας των οποίων όξυναν ακόμη περισσότερο τον φθόνο εναντίον του, και εκπλήξου με την πολυμήχανη σοφία του Θεού, πώς, ενώ παρενεβλήθησαν τόσα εμπόδια, όλα τα έφερε εις πέρας. «Ας μιλήσει», λέει, «ο δούλος σου ενώπιόν σου, και μην οργιστείς με τον δούλο σου, κύριε. Εσύ ρώτησες τους δούλους σου, λέγοντας: Έχετε πατέρα ή αδελφό; Και είπαμε στον κύριό μας: Έχουμε γέροντα πατέρα και ένα παιδί των γηρατειών του, νεότερο, και ο αδελφός του πέθανε». Αναλογίσου εδώ πώς αισθανόταν ο Ιωσήφ ακούγοντας αυτά. «Αυτός δε έχει απομείνει μόνος στη μητέρα του· και ο πατέρας του τον αγάπησε». Για ποιον λόγο, λοιπόν, και εδώ ψεύδεται λέγοντας έτσι, ότι δηλαδή «ο αδελφός του πέθανε», μολονότι τον είχαν πουλήσει στους εμπόρους;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες