εʹ. Ἴστε γὰρ ὅτι ἡ ἐρῶσα, καὶ οὕτω σφοδρῶς, οὐδὲν ταπεινὸν παραιτήσεται εἰπεῖν, σχῆμα ἱκέτιδος ἀναλαβοῦσα. Οὕτω γὰρ κατεκλάσθη ἡ χρυσοφοροῦσα γυνὴ, καὶ ἐν ἀξιώματι οὖσα βασιλικῷ, ὡς τοῦ παιδὸς τοῦ αἰχμαλώτου πρὸς τὰ γόνατα ἴσως ἑαυτὴν ῥῖψαι, ἴσως δὲ καὶ παρακαλέσαι δακρύουσαν καὶ τῶν γονάτων ἁπτομένην, καὶ τοῦτο οὐχ ἅπαξ, οὐ δεύτερον, ἀλλὰ πολλάκις μηχανησαμένην. Ἐνῆν καὶ ὀφθαλμὸν ἰδεῖν τότε μάλιστα λάμποντα· οὐ γὰρ ἁπλῶς εἰκὸς αὐτὴν, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς τῆς περιεργίας καλλωπίζεσθαι, ἅτε βουλομένην πολλοῖς τοῖς δικτύοις ἑλεῖν τὸ ἀρνίον τοῦ Χριστοῦ. Πρόσθες μοι ἐνταῦθα καὶ μαγείας πολλάς. Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ ἀκαμπὴς οὗτος, ὁ στεῤῥὸς, ὁ πεπετρωμένος, ἐπειδὴ τοὺς ἀδελφοὺς εἶδε τοὺς ἀπεμπολήσαντας, τοὺς εἰς λάκκον βαλόντας, τοὺς ἀποδομένους, τοὺς καὶ ἀποκτεῖναι βουλομένους, τοὺς καὶ τοῦ δεσμωτηρίου καὶ τῆς τιμῆς αἰτίους γενομένους· ἐπειδὴ ἤκουσε παρ᾽ αὐτῶν, ἃ τὸν πατέρα διέθηκαν· Εἴπωμεν γὰρ, φησὶν, ὅτι ὁ εἷς θηριόβρωτος γέγονε· κατεκλάσθη, συνεμαλάχθη, συνετρίβη, καὶ ἔκλαυσε· καὶ μὴ φέρων τὸ πάθος, εἰσελθὼν Ἐνεκρατεύσατο, τουτέστιν, ἀπεμάξατο. Τί τοῦτο; δακρύεις, ὦ Ἰωσήφ; Καὶ μὴν οὐκ ἄξια τὰ παρόντα δακρύων, ἀλλ᾽ ὀργῆς καὶ θυμοῦ καὶ ἀγανακτήσεως, μεγάλης τιμωρίας καὶ ἀνταποδόσεως· ἔχεις εἰς χεῖρας τοὺς ἐχθροὺς τοὺς ἀδελφοκτόνους, δύνασαι τὸν θυμὸν ἐμπλῆσαι.
Μετάφραση
ε'. Διότι γνωρίζετε ότι η ερωτευμένη γυναίκα, και μάλιστα τόσο σφοδρά, δεν θα διστάσει να πει οποιονδήποτε ταπεινωτικό λόγο, παίρνοντας τη μορφή ικέτιδας. Διότι τόσο πολύ λύγισε η χρυσοστόλιστη γυναίκα, παρότι κατείχε βασιλικό αξίωμα, ώστε ίσως και να έπεσε στα γόνατα του αιχμάλωτου νέου, ίσως και να τον παρακάλεσε κλαίγοντας και πιάνοντας τα γόνατά του, και όλα αυτά τα μεθοδεύτηκε όχι μία ούτε δύο, αλλά πολλές φορές. Ήταν μάλιστα δυνατόν να δει κανείς τότε και το βλέμμα της να λάμπει· διότι ήταν φυσικό όχι απλώς να στολίζεται, αλλά να το κάνει με πολλή επιμέλεια, καθώς επιθυμούσε να αιχμαλωτίσει με τα πολλά της δίχτυα το αρνίο του Χριστού. Πρόσθεσε επίσης σε αυτά και πολλές μαγείες. Αλλά όμως, αυτός ο άκαμπτος, ο σταθερός, ο σαν πέτρα, όταν είδε τους αδελφούς του που τον πούλησαν, που τον έριξαν στον λάκκο, που τον εμπορεύθηκαν, που θέλησαν και να τον σκοτώσουν, που έγιναν αίτιοι και για τη φυλακή αλλά και για την τιμή του· όταν άκουσε από αυτούς για τα όσα έκαναν στον πατέρα τους: «Ας πούμε», είπαν, «ότι ο ένας κατασπαράχθηκε από τα θηρία»· τότε λύγισε, μαλάκωσε, συντρίφθηκε και έκλαψε. Και επειδή δεν μπορούσε να αντέξει το πάθος της συγκίνησης, αφού μπήκε μέσα, συγκρατήθηκε, δηλαδή σκούπισε τα δάκρυά του. Τι είναι αυτό; Δακρύζεις, Ιωσήφ; Και όμως, τα παρόντα γεγονότα δεν είναι άξια δακρύων, αλλά οργής, θυμού και αγανάκτησης, μεγάλης τιμωρίας και ανταπόδοσης. Έχεις στα χέρια σου τους εχθρούς, τους αδελφοκτόνους, και μπορείς να χορτάσεις τον θυμό σου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες