Καὶ ἐπειδὴ ἥψαντο τῆς ὁδοῦ, Εἶπε, φησὶ, τῷ ἐπὶ τῆς οἰκίας αὐτοῦ· Ἀναστὰς ἐπιδίωξον ὀπίσω αὐτῶν, καὶ ἐρεῖς· Τί ὅτι ἀνταπεδώκατε πονηρὰ ἀντὶ καλῶν; Ἵνα τί ἐκλέψατέ μου τὸ κόνδυ τὸ ἀργυροῦν; Οὐ τοῦτό ἐστιν, ἐν ᾧ πίνει ὁ κύριός μου, Αὐτὸς δὲ οἰωνίζεται ἐν αὐτῷ. Πονηρὰ συντετέλεσται, ἃ πεποιήκατε. Εὑρὼν δὲ αὐτοὺς, φησὶν, εἶπεν αὐτοῖς· Τί τοῖς ἐναντίοις τὸν εὐεργέτην ἠμείψασθε; διὰ τί τὴν οἰκείαν πονηρίαν καὶ μέχρι τοῦ τοσαύτην περὶ ὑμᾶς τὴν φιλοφροσύνην ἐπιδειξαμένου ἐξετείνατε; διὰ τί οὐκ ᾐδέσθητε τοῦ ἀνδρὸς τὴν περὶ ὑμᾶς μεγαλοψυχίαν;
Μετάφραση
Και όταν πήραν τον δρόμο, λέει, είπε στον οικονόμο του σπιτιού του: «Σήκω, καταδίωξέ τους και να τους πεις: "Γιατί ανταποδώσατε κακά αντί για καλά; Γιατί μου κλέψατε το ασημένιο κύπελλο; Δεν είναι αυτό από το οποίο πίνει ο κύριός μου, και με το οποίο ο ίδιος οιωνοσκοπεί; Πονηρό είναι αυτό που έχετε πράξει"». Αφού λοιπόν τους βρήκε, λέει, τους είπε: «Γιατί ανταμείψατε τον ευεργέτη με τα αντίθετα; Γιατί επεκτείνατε τη δική σας πονηριά μέχρι και σε εκείνον που επέδειξε τόση φιλοφροσύνη απέναντί σας; Γιατί δεν σεβαστήκατε τη μεγαλοψυχία του ανδρός απέναντί σας;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες