Ἀπαγγείλατε τῷ πατρί μου πᾶσαν τὴν δόξαν μου τὴν ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ὅσα εἴδετε, καὶ ταχύναντες καταγάγετε αὐτόν. Ταῦτα ἅπαντα διαλεχθεὶς, καὶ ἀρκούντως αὐτοὺς παραμυθησάμενος, καὶ ἐντειλάμενος εἰπεῖν τὰ παρ᾽ αὐτοῦ τῷ πατρὶ, καὶ ταχέως αὐτὸν ἐπαναγαγεῖν, Ἐπιπεσὼν ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ Βενιαμὶν ἔκλαυσεν (ἐκεῖνος γὰρ ἦν αὐτῷ ὁμομήτριος), κἀκεῖνος πάλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾽ αὐτῷ· καὶ κατεφίλησε πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, καὶ ἔκλαυσεν ἐπ᾽ αὐτοῖς. Καὶ τότε μετὰ τὴν τοσαύτην διάλεξιν καὶ τὰ δάκρυα καὶ τὴν συμβουλὴν, ἣν πρὸς αὐτοὺς ἐποιήσατο, μόλις ἠδυνήθησαν λαλῆσαι πρὸς αὐτόν. Μετὰ ταῦτα γὰρ, φησὶν, ἐλάλησαν πρὸς αὐτόν. Ταῦτα δὲ διεβοήθη εἰς τὸν οἶκον Φαραὼ, καὶ ἐχάρη, καὶ πάντες οἱ ἐν τῷ οἴκῳ. Ἐχαροποίησε, φησὶ, πάντας ὁ ἀναγνωρισμὸς τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰωσήφ. Καὶ εἶπε, φησὶν, ὁ βασιλεὺς τῷ Ἰωσήφ· Εἰπὸν τοῖς ἀδελφοῖς σου· Τοῦτο ποιήσατε· γεμίσατε τὰ φορεῖα ὑμῶν σίτου, καὶ ἀπέλθετε. Καὶ ἀναλαβόντες τὸν πατέρα ὑμῶν ἥκατε πρός με, καὶ δώσω ὑμῖν πάντων τῶν ἀγαθῶν Αἰγύπτου· σὺ δὲ ἔντειλαι ταῦτα, λαβεῖν αὐτοὺς ἀμάξας τοῖς παιδίοις καὶ ταῖς γυναιξίν. Ὅρα καὶ τὸν βασιλέα, πῶς ἤδη φροντίζει περὶ τῆς τοῦ Ἰακὼβ ἐπανόδου. Καὶ ἀναλαβόντες, φησὶ, τὸν πατέρα ὑμῶν παραγίνεσθε, καὶ μὴ φείσησθε τοῖς ὀφθαλμοῖς τῶν σκευῶν ὑμῶν. Πάντα γὰρ τὰ ἀγαθὰ Αἰγύπτου ὑμῖν ἔσται. Ἐποίησαν δὲ οὕτως οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Μετάφραση
«Αναγγείλετε στον πατέρα μου όλη τη δόξα μου στην Αίγυπτο, και όσα είδατε, και βιαστείτε να τον κατεβάσετε εδώ». Αφού τους είπε όλα αυτά και τους παρηγόρησε αρκετά, και τους έδωσε εντολή να πουν τα λόγια του στον πατέρα και γρήγορα να τον φέρουν, έπεσε στον τράχηλο του Βενιαμίν και έκλαψε (διότι εκείνος ήταν ομομήτριος αδελφός του), και εκείνος πάλι έκλαψε πάνω του· και καταφίλησε όλους τους αδελφούς του, και έκλαψε μαζί τους. Και τότε, μετά από τόση συζήτηση, τα δάκρυα και τη συμβουλή που τους έδωσε, μόλις και μετά βίας μπόρεσαν να του μιλήσουν. Διότι μετά από αυτά, λέει, του μίλησαν. Αυτά δε διαδόθηκαν στον οίκο του Φαραώ, και χάρηκε, όπως και όλοι όσοι ήταν στον οίκο του. Χαροποίησε, λέει, τους πάντες η αναγνώριση των αδελφών του Ιωσήφ. Και είπε, λέει, ο βασιλιάς στον Ιωσήφ: «Πες στους αδελφούς σου: Αυτό να κάνετε· γεμίστε τα υποζύγιά σας με σιτάρι, και αναχωρήστε. Και αφού παραλάβετε τον πατέρα σας, ελάτε σε μένα, και θα σας δώσω όλα τα αγαθά της Αιγύπτου· εσύ δε δώσε την εντολή, να πάρουν μαζί τους άμαξες για τα παιδιά και τις γυναίκες». Δες και τον βασιλιά, πώς ήδη φροντίζει για τον ερχομό του Ιακώβ. «Και αφού παραλάβετε», λέει, «τον πατέρα σας ελάτε, και ας μη λυπηθούν τα μάτια σας τα υπάρχοντά σας. Διότι όλα τα αγαθά της Αιγύπτου θα γίνουν δικά σας». Έπραξαν δε έτσι οι υιοί του Ισραήλ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες