Ἐπειδὴ δὲ ἧκον εἰς τοῦτο καὶ κατεγνωρίζοντο λοιπὸν ὡς ἀδελφοὶ, σιτοδοτοῦντος τότε καὶ ἐξάρχοντος τῆς Αἰγυπτίων τοῦ Ἰωσὴφ, εἰς οὖς τὸ πραχθὲν ἐδέχετο Φαραὼ, «Καὶ εἶπε,» φησὶ, «Φαραὼ πρὸς Ἰωσήφ· Εἶπον τοῖς ἀδελφοῖς σου· Τοῦτο ποιήσατε· Γεμίσατε τὰ πυρεῖα ὑμῶν, καὶ ἀπέλθετε εἰς γῆν Χαναὰν καὶ παραλαβόντες τὸν πατέρα ὑμῶν, καὶ τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν, ἥκετε πρὸς μὲ, καὶ δώσω ὑμῖν πάντων τῶν ἀγαθῶν Αἰγύπτου, καὶ φάγεσθε τὸν μυελὸν τῆς γῆς. Σὺ δὲ ἔντειλαι ταῦτα, λαβεῖν αὐτοὺς ἁμάξας ἐκ γῆς Αἰγύπτου, τοῖς παιδίοις ὑμῶν καὶ ταῖς γυναιξὶ, καὶ ἀναλαβόντες τὸν πατέρα ὑμῶν παραγίνεσθε, καὶ μὴ φείσησθε τοῖς ὀφθαλμοῖς τῶν σκευῶν ὑμῶν· τὰ γὰρ πάντα ἀγαθὰ Αἰγύπτου ὑμῖν ἔσται.» Ὁ μὲν οὖν τῆς Αἰγυπτίων ἡγούμενος αὐτοῖς ἀνάπαυλαν καὶ τρυφῇ καταπιαίνειν εὖ μάλα κατεπηγγείλατο, καὶ μὴν καὶ ἁμάξας ἐχαρίζετο, καταλεαίνων οἶμαί που τοῖς ὀκνοῦσι τὴν κάθοδον. Οἱ δὲ πανοικὶ, κατέβαινον εὐθὺς, τὴν πρόσκαιρον τῶν ἐδωδίμων ἀπόλαυσιν, οὐκ οἶδ᾽ ὅπως προτετιμηκότες γῆς τε καὶ χώρας δοθείσης παρὰ Θεοῦ· ἦν γὰρ δή που παρὰ πολὺ κρεῖττόν τε καὶ ἄμεινον τὸ ἐκείνην νέμεσθαι, εἰ καὶ σὺν βραχεῖ τὸ χρῆμα κατωρθοῦτο πόνῳ. Ἐπειδὴ δὲ ἧκον εἰς Αἴγυπτον, ᾤοντο μὲν ἴσως καὶ διαδράναι λοιπὸν τοὺς οἴκοι πόνους, οἷς καὶ τῶν παραυτίκα τερπνῶν ἡ αἴσθησις ἡδεῖά πως ἦν αὐτοῖς.
Μετάφραση
Και επειδή έφτασαν σε αυτό το σημείο και αναγνωρίζονταν πλέον ως αδελφοί, ενώ ο Ιωσήφ τότε μοίραζε το σιτάρι και κυβερνούσε τους Αιγυπτίους, ο Φαραώ πληροφορήθηκε το τι είχε συμβεί, «Και είπε», αναφέρει η Γραφή, «ο Φαραώ στον Ιωσήφ: Πες στους αδελφούς σου: Αυτό να κάνετε: Γεμίστε τα σακιά σας και αναχωρήστε για τη γη Χαναάν, και αφού παραλάβετε τον πατέρα σας και τα υπάρχοντά σας, ελάτε σε μένα, και θα σας δώσω όλα τα αγαθά της Αιγύπτου, και θα φάτε τον πλούτο της γης. Εσύ δώσε τους αυτή την εντολή, να πάρουν άμαξες από τη γη της Αιγύπτου για τα παιδιά και τις γυναίκες σας, και παίρνοντας τον πατέρα σας να έρθετε, και να μην λυπηθούν τα μάτια σας τα σκεύη σας· διότι όλα τα αγαθά της Αιγύπτου θα είναι δικά σας». Ο κυβερνήτης λοιπόν των Αιγυπτίων τους υποσχέθηκε με βεβαιότητα ανάπαυση και απόλαυση της τρυφής, και μάλιστα τους χάρισε και άμαξες, διευκολύνοντας, νομίζω, με αυτόν τον τρόπο εκείνους που δίσταζαν για την κάθοδο. Εκείνοι, με όλη τους την οικογένεια, κατέβαιναν αμέσως, προτιμώντας δεν ξέρω πώς την πρόσκαιρη απόλαυση των τροφών από τη γη και τη χώρα που τους είχε δοθεί από τον Θεό· διότι θα ήταν βεβαίως πολύ καλύτερο και προτιμότερο να κατοικούν σε εκείνη, έστω κι αν αυτό επιτυγχανόταν με λίγο κόπο. Όταν πια έφτασαν στην Αίγυπτο, ίσως νόμιζαν ότι είχαν διαφύγει πλέον τους κόπους της πατρίδας τους, μιας και η αίσθηση των πρόσκαιρων απολαύσεων τους φαινόταν κάπως ευχάριστη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες