Γενομένης δὲ τῆς φωνῆς τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφούς, ὑπέμειναν ὡσεὶ νεκροὶ ἀπὸ φόβου καὶ δειλίας. Καὶ προσελθὼν Ἰωσήφ, τὸ βλάστημα τοῦ Ἰακώβ, κατεφίλησεν ἕνα ἕκαστον αὐτῶν ἐν πόθῳ ἀμνησικάκως καθὼς ἔπρεπεν αὐτῷ, καὶ πάνυ ἐχαροποίησεν αὐτοὺς ἐν δώροις καὶ ἐν χαρᾷ μεγάλῃ. Καὶ ἀνέπεμψε πάντας αὐτοὺς πρὸς τὸν Ἰακώβ, λέγων οὕτω· μὴ μάχεσθε καθόλου ἐν τῇ ὁδῷ, ἀλλὰ μᾶλλον πορεύεσθε μετὰ σπουδῆς πρὸς τὸν πατέρα, καὶ εἴπατε αὐτῷ· τάδε λέγει ὁ υἱός σου ὁ Ἰωσήφ· ἐποίησέ με ὁ Θεὸς πάσης Αἰγύπτου βασιλέα. Ἐλθέ, πάτερ, ἐν χαρμοσύνῃ καρδίας, ἵνα ἴδω τὸ ἀγγελικὸν πρόσωπον τοῦ σοῦ γήρως.
Μετάφραση
Όταν ο Ιωσήφ μίλησε στους αδελφούς του, εκείνοι έμειναν σαν νεκροί από τον φόβο και τη δειλία. Και πλησιάζοντας ο Ιωσήφ, ο βλαστός του Ιακώβ, καταφίλησε τον καθένα τους με πόθο και χωρίς μνησικακία, όπως του άρμοζε, και τους χαροποίησε πάρα πολύ με δώρα και με μεγάλη χαρά. Και τους έστειλε όλους πίσω στον Ιακώβ, λέγοντάς τους τα εξής: Μη φιλονικείτε καθόλου στον δρόμο, αλλά μάλλον πορευθείτε με σπουδή προς τον πατέρα και πείτε του: Αυτά λέει ο υιός σου ο Ιωσήφ: Ο Θεός με έκανε βασιλιά όλης της Αιγύπτου. Έλα, πατέρα, με χαρμόσυνη καρδιά, για να δω το αγγελικό πρόσωπο των γηρατειών σου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες