Εἰ δὲ συντυχία μοι γένοιτο, τελείας ἀπολαύσας τῆς εὐφροσύνης, οὕτω καταλύσω τὸν βίον. Καὶ μηδὲν μελλήσας ὁ δίκαιος ἥπτετο τῆς ὁδοιπορίας, σπεύδων καὶ ἐπειγόμενος τὸν αὐτῷ περιπόθητον ἰδεῖν, καὶ τὸν πρὸ τοσούτων ἐτῶν τεθνηκότα καὶ θηρίων κατάβρωμα γενόμενον, ὡς ἐνόμιζε, θεάσασθαι νῦν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου γεγενημένον. Καὶ γενόμενος ἐπὶ τὸ Φρέαρ τοῦ ὅρκου, εὐχαριστηρίους εὐχὰς ἀναπέμψας τῷ Δεσπότῃ, ἔθυσε, φησὶ, θυσίαν τῷ Θεῷ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰσαάκ.
Μετάφραση
Αν όμως αξιωθώ της συνάντησης, έχοντας απολαύσει την τέλεια χαρά, έτσι θα τελειώσω τον βίο μου. Και χωρίς καμία αναβολή, ο δίκαιος ξεκίνησε την οδοιπορία, σπεύδοντας και επειγόμενος να δει τον πολυπόθητό του, και να αντικρίσει αυτόν που πριν από τόσα χρόνια είχε πεθάνει και είχε γίνει βορά των θηρίων, όπως νόμιζε, να έχει γίνει τώρα βασιλιάς της Αιγύπτου. Και αφού έφτασε στο Φρέαρ του Όρκου, αναπέμποντας ευχαριστήριες προσευχές στον Δεσπότη, προσέφερε, όπως αναφέρεται, θυσία στον Θεό του πατέρα του, του Ισαάκ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες