Καὶ ἀναστὰς πανοικὶ μετὰ σπουδῆς καὶ μεγάλης χαρᾶς κατῆλθεν εἰς Αἴγυπτον πρὸς Ἰωσὴφ τὸν υἱὸν αὐτοῦ. Καὶ ἤκουσεν Ἰωσὴφ ὅτι παρεγένετο ὁ Ἰακὼβ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ ἀνέστη μετὰ χαρᾶς μεγάλης, καὶ ἐξῆλθεν ἔξω τῆς πόλεως μετὰ τῶν μεγιστάνων Φαραώ, κἀκεῖ ὑπήντησεν αὐτῷ μετὰ πολλῆς ὑπηρεσίας. Ὡς δὲ εἶδεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ἔπεσεν ὑπεράνω τοῦ τραχήλου αὐτοῦ μετὰ πολλοῦ πόθου λέγων· νῦν ἀποθανοῦμαι ἀφ᾽ οὗ εἶδον τὸ πρόσωπόν σου, τέκνον γλυκύτατον· ἔτι γὰρ σὺ ζῇς ἀληθῶς. Καὶ ἐδόξασαν ἀμφότεροι τὸν Θεόν.
Μετάφραση
Και αφού αναχώρησε πανοικί με σπουδή και μεγάλη χαρά, κατέβηκε στην Αίγυπτο προς τον γιο του, τον Ιωσήφ. Και όταν άκουσε ο Ιωσήφ ότι έφτασε ο πατέρας του, ο Ιακώβ, σηκώθηκε με μεγάλη χαρά και βγήκε έξω από την πόλη μαζί με τους μεγιστάνες του Φαραώ, και εκεί τον προϋπάντησε με μεγάλη ακολουθία. Όταν δε ο Ιακώβ είδε τον γιο του, τον Ιωσήφ, έπεσε στον λαιμό του με μεγάλη λαχτάρα, λέγοντας: Τώρα ας πεθάνω, αφού είδα το πρόσωπό σου, γλυκύτατό μου τέκνο· διότι πράγματι εσύ ζεις ακόμη. Και δόξασαν και οι δύο τον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες