Εἶδον γὰρ ὃν ἐπεπόθουν, καὶ ἀρκεῖ μοι πρὸς πᾶσαν εὐφροσύνην τὸ θεάσασθαι, ὅτι ἔτι σὺ ζῇς, ὁ πάλαι νομισθεὶς τεθνηκέναι καὶ θηρίων κατάβρωμα γεγενῆσθαι. Πατρικὴ ἡ φωνὴ, καὶ φιλοστοργίας γέμουσα, καὶ ἱκανὴ τὴν διάθεσιν τὴν ἐναποκειμένην τῇ ψυχῇ κατάδηλον ποιῆσαι. Εἶπε δὲ, φησὶν, Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· Ἀναβὰς ἀπαγγελῶ τῷ Φαραὼ, καὶ ἐρῶ αὐτῷ· Οἱ ἀδελφοί μου ἥκασιν· οἱ δὲ ἄνδρες εἰσὶ ποιμένες. Ἄνδρες κτηνοτρόφοι εἰσὶ, καὶ τὰ κτήνη καὶ τοὺς βόας αὐτῶν ἀγηόχασιν.
Μετάφραση
Διότι είδα αυτόν που ποθούσα, και μου αρκεί για κάθε χαρά το ότι είδα πως εσύ ζεις ακόμη, εσύ που παλαιότερα θεωρήθηκε ότι είχες πεθάνει και ότι είχες γίνει βορά θηρίων. Πατρική είναι η φωνή, και γεμάτη από στοργή, και ικανή να καταστήσει ολοφάνερη τη διάθεση που βρίσκεται κρυμμένη μέσα στην ψυχή. Και είπε, λέει το κείμενο, ο Ιωσήφ προς τους αδελφούς του: «Θα ανεβώ να το αναγγείλω στον Φαραώ και θα του πω: Οι αδελφοί μου έχουν έλθει· οι δε άνδρες είναι ποιμένες. Είναι άνδρες κτηνοτρόφοι, και έφεραν μαζί τους τα κτήνη και τα βόδια τους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες