Ὡς δὲ ἀνάλωτο τὸ ἀργύριον τῆς γῆς, κτήνη διδόντες οἱ ἄνθρωποι, ἐλάμβανον σῖτον· ἐπειδὴ δὲ καὶ ταῦτα ἐπέλιπε, καὶ ὁ λιμὸς οὐκ ἐπαύετο, ἑαυτοὺς ἔδωκαν μετὰ τῆς γῆς· καὶ γενόμενοι τῷ Φαραὼ δοῦλοι, ἔσπειρον, καὶ τὸ πέμπτον μέρος ἐδίδοσαν αὐτῷ, τὰ τέσσαρα αὐτοὶ καρπούμενοι. Μέλλων δὲ τελευτᾷν ὁ Ἰακὼβ, ὅρκον ἀπαιτεῖ τὸν Ἰωσὴφ, ὥστε μὴ θάψαι αὐτὸν ἐν Αἰγύπτῳ, ἀλλ᾽ ἐν τῷ τάφῳ τῶν πατέρων αὐτοῦ. Καὶ τοὺς υἱοὺς Ἰωσὴφ, τὸν Ἐφραῒμ καὶ τὸν Μανασσῆ, οὐκ εἰς ἐγγόνων, ἀλλ᾽ εἰς υἱῶν καταλέγει τάξιν. Καὶ ἠμβλυώπει Ἰακώβ· ὡς δὲ κατεφίλησεν αὐτοὺς, καὶ ἔδει εὐλογεῖν, ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Ἰακὼβ ἔστησε τὸν Ἐφραῒμ ὁ Ἰωσὴφ, τὸν δὲ Μανασσῆ ἐκ δεξιῶν. Ὁ δὲ Ἰακὼβ τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐπέθηκεν ἐπὶ τὸν ἐξ ἀριστερῶν ἑστῶτα τὸν νεώτερον, τὴν δὲ ἀριστερὰν ἐπὶ τὸν ἐκ δεξιῶν, καὶ εὐλόγησε, τοῦ δὲ Ἰωσὴφ οἰομένου κατὰ ἄγνοιαν τοῦτο ποιεῖν τὸν πατέρα, καὶ διορθουμένου, οὐκ ἠνέσχετο ὁ Ἰακώβ· εἰδὼς γὰρ ἔφη τοῦτο ποιεῖν, οὐκ ἀγνοῶν. Τότε δίδωσι τῷ Ἰωσὴφ ὁ Ἰακὼβ τὴν Σίκιμαν ἐξαίρετον, ἢν ὁ Συμεὼν καὶ Λευῒ εἷλον. Καὶ εὐλογεῖ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ.
Μετάφραση
Όταν δε εξαντλήθηκε το χρήμα της γης, οι άνθρωποι, δίνοντας τα ζώα τους, λάμβαναν σιτάρι· επειδή όμως και αυτά τελείωσαν και ο λιμός δεν σταματούσε, παρέδωσαν τους εαυτούς τους μαζί με τη γη. Και αφού έγιναν δούλοι του Φαραώ, έσπερναν και έδιναν το πέμπτο μέρος σε αυτόν, ενώ οι ίδιοι καρπώνονταν τα τέσσερα. Όταν επρόκειτο να πεθάνει ο Ιακώβ, ζήτησε όρκο από τον Ιωσήφ να μην τον θάψει στην Αίγυπτο, αλλά στον τάφο των πατέρων του. Και τους υιούς του Ιωσήφ, τον Εφραΐμ και τον Μανασσή, δεν τους κατατάσσει στην τάξη των εγγονών, αλλά των υιών. Η όραση του Ιακώβ είχε εξασθενήσει· αφού λοιπόν τους καταφίλησε και έπρεπε να τους ευλογήσει, ο Ιωσήφ έστησε τον Εφραΐμ στα αριστερά του Ιακώβ, και τον Μανασσή στα δεξιά. Ο Ιακώβ όμως έθεσε το δεξί του χέρι πάνω στον νεότερο που στεκόταν στα αριστερά, και το αριστερό του πάνω σε αυτόν που βρισκόταν στα δεξιά, και τους ευλόγησε, και ενώ ο Ιωσήφ νόμισε ότι ο πατέρας του το έκανε αυτό από άγνοια και προσπάθησε να τον διορθώσει, ο Ιακώβ δεν το δέχθηκε· διότι είπε ότι το έπραξε αυτό έχοντας επίγνωση, και όχι από άγνοια. Τότε ο Ιακώβ δίνει στον Ιωσήφ τη Σίκιμα ως εξαίρετο μερίδιο, την οποία είχαν κυριεύσει ο Συμεών και ο Λευί. Και ευλογεί τους υιούς του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες