Εἰσήγαγε δὲ καὶ τὸν πατέρα πρὸς τὸν Φαραώ. Καὶ εἶπε Φαραὼ τῷ Ἰακώβ· Πόσα ἔτη τῶν ἡμερῶν τῆς ζωῆς σου; Ἐπειδὴ εἶδε τὸν πρεσβύτην ἐν βαθυτάτῃ πολιᾷ τυγχάνοντα, πυνθάνεται τῶν ἐτῶν τὸν ἀριθμόν. Καί φησιν ὁ Ἰακώβ· Αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς μου, ἃς παροικῶ. Ὅρα πῶς ἕκαστος τῶν δικαίων, ὡς ἐν ξένῃ διάγων, ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, οὕτω διέκειτο Ἀκούσῃ γὰρ καὶ τοῦ Δαυῒδ μετὰ ταῦτα λέγοντος· Ὅτι πάροικος ἐγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ καὶ παρεπίδημος· καὶ οὗτός φησιν· Αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς μου, ἃς παροικῶ. Διὰ τοῦτο καὶ Παῦλος ἔλεγε περὶ τῶν δικαίων τούτων, ὅτι ὡμολόγουν, ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς. Αἱ ἡμέραι, φησὶ, τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς μου, ἃς παροικῶ, ἑκατὸν τριάκοντα ἔτη, μικραὶ καὶ πονηραὶ γεγόνασι, καὶ οὐκ ἀφίκοντο εἰς τὰς ἡμέρας τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς τῶν πατέρων μου. Ἃς ἡμέρας παρῴκησα, φησὶ, μικραὶ καὶ πονηραὶ γεγόνασιν. Αἰνίττεται ἐνταῦθα τὰ ἔτη τῆς δουλείας, ἧς ὑπέμεινε παρὰ τῷ Λάβαν, διὰ τὴν φυγὴν, ἣν διὰ τὸν ἀδελφὸν ἐποιήσατο· εἶτα μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἐπάνοδον τὸ πένθος τὸ ἐν τοσούτῳ χρόνῳ, ὃ ἔσχε διά τε τὸν τοῦ Ἰωσὴφ θάνατον, καὶ τὰς ἄλλας τὰς ἐν τῷ μέσῳ ταλαιπωρίας. Πόσον γὰρ οἴει τὸν φόβον αὐτὸν ἐσχηκέναι, ἡνίκα διὰ τὴν ἀδελφὴν οἱ περὶ τὸν Συμεὼν καὶ τὸν Λευῒ αὔτανδρον πόλιν ἀνεῖλον, καὶ πάντας τοὺς ἐν Σηκίμοις αἰχμαλώτους ἔλαβον;
Μετάφραση
Εισήγαγε δε και τον πατέρα του ενώπιον του Φαραώ. Και είπε ο Φαραώ στον Ιακώβ: Πόσα είναι τα έτη των ημερών της ζωής σου; Επειδή είδε τον γέροντα να βρίσκεται σε βαθύτατο γήρας, τον ρωτά για τον αριθμό των ετών του. Και λέει ο Ιακώβ: Οι ημέρες των ετών της ζωής μου, κατά τις οποίες ζω ως πάροικος. Πρόσεξε πώς καθένας από τους δικαίους είχε αυτήν ακριβώς τη διάθεση, διανύοντας τον παρόντα βίο σαν να βρίσκεται σε ξένη χώρα. Διότι θα ακούσεις και τον Δαβίδ αργότερα να λέει: Διότι εγώ είμαι πάροικος στη γη και παρεπίδημος· και αυτός λέει: Οι ημέρες των ετών της ζωής μου, κατά τις οποίες ζω ως πάροικος. Γι' αυτό και ο Παύλος έλεγε για αυτούς τους δικαίους, ότι ομολογούσαν πως είναι ξένοι και παρεπίδημοι πάνω στη γη. Οι ημέρες, λέει, των ετών της ζωής μου κατά τις οποίες ζω ως πάροικος, τα εκατόν τριάντα έτη, στάθηκαν λίγες και γεμάτες βάσανα, και δεν έφτασαν τις ημέρες των ετών της ζωής των πατέρων μου. Οι ημέρες κατά τις οποίες έζησα ως πάροικος, λέει, στάθηκαν λίγες και γεμάτες βάσανα. Υπαινίσσεται εδώ τα έτη της δουλείας την οποία υπέμεινε κοντά στον Λάβαν, εξαιτίας της φυγής στην οποία οδηγήθηκε λόγω του αδελφού του· έπειτα, μετά την επιστροφή του από εκεί, το πένθος που βίωσε για τόσο πολύ χρόνο εξαιτίας του θανάτου του Ιωσήφ, καθώς και τις άλλες ενδιάμεσες ταλαιπωρίες. Διότι πόσο μεγάλο φόβο νομίζεις ότι αισθάνθηκε, όταν, εξαιτίας της αδελφής τους, ο Συμεών και ο Λευί εξολόθρευσαν αύτανδρη μια ολόκληρη πόλη, και συνέλαβαν αιχμαλώτους όλους τους κατοίκους της Συχέμ;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες