Issachar «Ἰσσάχαρ τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν καὶ ἀνεπαύσατο ἀνὰ μέσον τῶν κλήρων. καὶ ἰδὼν τὴν ἀνάπαυσιν ὅτι καλὴ καὶ τὴν γῆν ὅτι πίων ὑπέθηκεν τὸν ὦμον αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός». Τὸν μὲν οὖν Ἰσσάχαρ μεταφορικῶς ἀλληγορεῖ ἐπὶ τὸν σωτῆρα, ὃς μόνος ἐκ νηπίου τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν. ὡς καὶ Ἡσαΐας λέγει· «πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον καλεῖν πατέρα ἢ μητέρα ἀπειθεῖ πονηρίᾳ τοῦ ἐκλέξασθαι τὸ ἀγαθόν». «ἀναπαυόμενος», ἀνὰ μέσον τοῦ τῶν προφητῶν κλήρου, ἵνα πληρώσῃ τὰ ὑπ᾽ αὐτῶν λελαλημένα. καὶ γὰρ ἐν τῷ ὄρει ὤφθησαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἐν δεξιᾷ καὶ ἐξ εὐωνύμων συνομιλοῦντες αὐτῷ, ἵνα ἐν μέσῳ τούτων ἀναπαυόμενος ὁ σωτὴρ δειχθῇ. «Ἰδὼν οὖν τὴν ἀνάπαυσιν» τῶν ἁγίων, «ὅτι καλή, καὶ τὴν γῆν ὅτι πίων ὑπέθηκεν τὸν ὦμον αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός». «ὑπέθηκεν τὸν ὦμον αὐτοῦ»· ποῦ ἀλλ᾽ ἢ ὑπὸ τὸν σταυρόν, ὃν βαστάζων μετὰ παρρησίας ἐπορεύετο; ὡς καὶ Ἡσαΐας λέγει· «οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ». αὐτὸς ὑποθεὶς ὦμον ὑπὸ τὸ ἄροτρον καὶ πόνῳ ἀναδεξάμενος πάσας τὰς ἐπ᾽ αὐτὸν γεγενημένας ὕβρεις ἐγένετο ἀνὴρ τῆς ἐκκλησίας τὸ καλὸν γεώργιον γεωργῶν.
Μετάφραση
Ισσάχαρ «Ο Ισσάχαρ επιθύμησε το καλό και αναπαύθηκε ανάμεσα στους κλήρους. Και βλέποντας ότι η ανάπαυση είναι καλή και η γη εύφορη, υπέβαλε τον ώμο του στον κόπο και έγινε άνδρας γεωργός». Τον Ισσάχαρ, λοιπόν, τον αλληγορεί μεταφορικά ως τον Σωτήρα, ο οποίος μόνος από τη νηπιακή ηλικία επιθύμησε το καλό. Όπως λέει και ο Ησαΐας: «πριν το παιδί μάθει να φωνάζει πατέρα ή μητέρα, απορρίπτει την πονηρία για να επιλέξει το αγαθό». «Αναπαυόμενος», ανάμεσα στον κλήρο των προφητών, για να εκπληρώσει τα όσα ειπώθηκαν από αυτούς. Διότι και στο όρος εμφανίστηκαν ο Μωυσής και ο Ηλίας, στα δεξιά και στα αριστερά να συνομιλούν μαζί του, ώστε να παρουσιαστεί ο Σωτήρας να αναπαύεται ανάμεσά τους. «Βλέποντας λοιπόν την ανάπαυση» των αγίων, «ότι είναι καλή, και τη γη ότι είναι εύφορη, υπέβαλε τον ώμο του στον κόπο και έγινε άνδρας γεωργός». «Υπέβαλε τον ώμο του»· πού αλλού παρά κάτω από τον σταυρό, τον οποίο βαστάζοντας πορευόταν με παρρησία; Όπως λέει και ο Ησαΐας: «του οποίου η εξουσία βρέθηκε πάνω στον ώμο του». Αυτός, βάζοντας τον ώμο του κάτω από το άροτρο και αποδεχόμενος με πόνο όλες τις ύβρεις που έγιναν εναντίον του, έγινε ο άνδρας της εκκλησίας που καλλιεργεί τον καλό αγρό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες