Ἡ τρίτη ὥρα, ὁ Θωμᾶς τῇ ἀπιστίᾳ σκοτιζόμενος· 〈Ἐὰν μὴ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ.〉 Μετὰ τῶν τριῶν ὡρῶν καὶ ἄλλαι ὧραι τῶν ἀποστόλων τὴν ἡμέραν ἔφυγον καὶ τῇ νυκτὶ προσέφυγον· 〈Τότε〉 γὰρ 〈πάντες οἱ μαθηταὶ ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον.〉 Ἐπεὶ οὖν αἱ ἡμεριναὶ ὧραι νυκτεριναὶ ἐν τῷ πάθει γεγόνασιν, ὅτε καὶ αὐτὴ ἡ ἡμέρα τὴν εἰκόνα τῶν ἀποστόλων ἐν αὐτῇ γράφουσα εἰς σκότος μετεβάλλετο—〈Ἀπὸ γὰρ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐφ᾽ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης〉—διὰ ταῦτα ὁ χορὸς τῶν ἀποστόλων, ἀποθανόντος Χριστοῦ καὶ ἐκλείποντος τοῦ μόνου ὁσίου ἐπὶ γῆς, ἐπειδὴ ἔμαθε λέγειν· 〈Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς,〉 〈ἐβόα〉· 〈Σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος,〉 ἀντὶ τοῦ ἐξέπνευσε. Τὸ γὰρ ἐκπνεῦσαι ἐκλιπεῖν λέγεται· 〈Καὶ ἐκλιπὼν Ἰσαὰκ ἀπέθανεν. Ἐξάρας Ἰακὼβ τοὺς πόδας ἐπὶ τὴν κλίνην ἐξέλιπεν.〉 Ὅτι δὲ ἐξέπνευσεν ὁ κύριος· 〈Κράξας,〉 φησίν, 〈ὁ Ἰησοὺς φωνῇ μεγάλῃ ἐξέπνευσεν.〉 Ὅτι δὲ καὶ ὅσιος· 〈Οὐ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν·〉 ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος.
Μετάφραση
Η τρίτη ώρα είναι ο Θωμάς που σκοτίζεται από την απιστία: «Εάν δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του». Μετά τις τρεις ώρες και άλλες ώρες, οι απόστολοι απέφυγαν την ημέρα και κατέφυγαν στη νύχτα· διότι «τότε όλοι οι μαθητές τον άφησαν και έφυγαν». Επειδή λοιπόν οι ημερήσιες ώρες έγιναν νυχτερινές κατά το Πάθος, όταν και η ίδια η ημέρα, αποτυπώνοντας πάνω της την εικόνα των αποστόλων, μεταβαλλόταν σε σκοτάδι —«διότι από την έκτη ώρα έπεσε σκοτάδι σε όλη τη γη έως την ένατη ώρα»— για αυτούς τους λόγους ο χορός των αποστόλων, όταν πέθανε ο Χριστός και εξέλιπε ο μόνος Όσιος πάνω στη γη, επειδή είχε μάθει να λέει: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς», φώναζε: «Σώσον με, Κύριε, διότι εξέλιπε ο όσιος», αντί του «εξέπνευσε». Διότι το να εκπνεύσει κανείς λέγεται «εκλείπειν»· «Και αφού εξέλιπε ο Ισαάκ, πέθανε. Και αφού σήκωσε ο Ιακώβ τα πόδια του πάνω στο κρεβάτι, εξέλιπε». Το ότι δε εξέπνευσε ο Κύριος μαρτυρείται από το: «Αφού έκραξε», λέει, «ο Ιησούς με μεγάλη φωνή, εξέπνευσε». Το ότι είναι και όσιος φαίνεται από το: «Δεν θα επιτρέψεις στον όσιό σου να δει φθορά»· είναι όσιος, άκακος, αμίαντος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες