Περὶ Συμεὼν καὶ Λευΐ. αʹ. «Συμεὼν καὶ Λευῒ ἀδελφοὶ συνετέλεσαν ἀδικίαν ἐξ αἱρέσεως αὐτῶν. Εἰς βουλὴν αὐτῶν μὴ ἔλθοι ἡ ψυχή μου, καὶ ἐπὶ τῇ συστάσει αὐτῶν μὴ ἐρείσαι τὰ ἥπατά μου, ὅτι ἐν τῷ θυμῷ αὐτῶν ἀπέκτειναν ἀνθρώπους, καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτῶν ἐνευροκόπησαν ταῦρον. Ἐπικατάρατος ὁ θυμὸς αὐτῶν, ὅτι αὐθάδης, καὶ ἡ μῆνις αὐτῶν, ὅτι ἐσκληρύνθη. Διαμεριῶ αὐτοὺς ἐν Ἰακὼβ, καὶ διασπερῶ αὐτοὺς ἐν Ἰσραήλ.» Ἐκπεπορνευμένης τῆς Ἱερουσαλὴμ, καὶ ἀνοσίοις φενακισμοῖς τῶν ἑτεροδιδασκαλεῖν εἰωθότων ὑπενεγκούσης τὸν νοῦν, ἐχαλέπαινε μὲν εἰκότως ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, ἔφασκε δὲ διὰ φωνῆς Ἡσαΐου καὶ μάλα σαφῶς· «Ὁ λαὸς οὗτος τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ. Μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων.» Ἐπειδὴ δὲ ταῖς εἰς τοῦτο παραφοραῖς τε καὶ ῥᾳθυμίαις οἱονεί πως καταμεθύουσαν τὴν βέβηλον Ἱερουσαλὴμ μεταρυθμίζειν ἐπὶ τὸ ἄμεινον ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ἐσκέπτετο, πέπομφεν ἐξ οὐρανοῦ τὸν ἴδιον Υἱὸν καθ᾽ ἡμᾶς γεγονότα, τουτέστιν, ἄνθρωπον· ἵν᾽ ἐπείπερ ἐπ᾽ ἀνηνύτοις πράγμασιν ἡ τῶν ἁγίων προφητῶν κατέλυσε πληθύς· ἔφασκον γάρ· «Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν;» κἂν γοῦν αὐτὸν ἥκοντα λοιπὸν ἐντρέποιντο τὸν Υἱόν.
Μετάφραση
Περί του Συμεών και του Λευί. Α'. «Ο Συμεών και ο Λευί, αδέλφια, διέπραξαν αδικία από δική τους προαίρεση. Στη βουλή τους ας μην εισέλθει η ψυχή μου, και στη σύναξή τους ας μη στηριχθούν τα σπλάγχνα μου, διότι μέσα στον θυμό τους σκότωσαν ανθρώπους, και μέσα στην επιθυμία τους έκοψαν τα νεύρα ταύρου. Επικατάρατος ο θυμός τους, επειδή είναι αυθάδης, και η οργή τους, επειδή υπήρξε σκληρή. Θα τους διαμοιράσω μέσα στον Ιακώβ, και θα τους διασκορπίσω μέσα στον Ισραήλ.» Επειδή η Ιερουσαλήμ είχε εκπορνευθεί πνευματικά, και είχε υποτάξει τον νου της στις ανόσιες απάτες εκείνων που συνήθιζαν να διδάσκουν ξένες διδασκαλίες, ο Θεός των όλων οργιζόταν δικαιολογημένα και έλεγε πολύ καθαρά μέσω της φωνής του Ησαΐα: «Ο λαός αυτός με τιμά με τα χείλη, αλλά η καρδιά τους απέχει πολύ από εμένα. Μάταια με σέβονται, διδάσκοντας ως διδασκαλίες εντάλματα ανθρώπων.» Και επειδή ο Θεός και Πατέρας σκεπτόταν να αναμορφώσει προς το καλύτερο τη βέβηλη Ιερουσαλήμ, η οποία κατά κάποιον τρόπο βρισκόταν σε μέθη από τις παρεκτροπές και τις ραθυμίες της, έστειλε από τον ουρανό τον ίδιο Του τον Υιό, ο οποίος έγινε όμοιος με εμάς, δηλαδή άνθρωπος. Έτσι ώστε, αφού το πλήθος των αγίων προφητών ανάλωσε τις δυνάμεις του σε μάταιες προσπάθειες —διότι έλεγαν: «Κύριε, ποιος πίστεψε στο κήρυγμά μας;»—, ίσως τουλάχιστον ντραπούν και σεβαστούν τον Υιό, όταν Εκείνος πλέον θα ερχόταν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες