Ὁ ὀρθόδοξος· Ὅτι γάρ, εἰ ὤφθη Χριστὸς κρείττονά τινα καὶ παράδοξον μορφὴν ἔχων, εὐθέως ἐπιστεύετο, ὅτι θεὸς ὑπάρχει. Ἐκ γραφικῆς ἱστορίας τὸ λεγόμενον παραστῆσαι πειράσομαι. Ποιήσας ὁ θεὸς ἐν ἀρχῇ τὸν Ἀδὰμ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν θεοῦ ἐνέθηκεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐμφυσήματος τὴν χάριν καὶ ἔλλαμψιν καὶ ἀκτῖνα τοῦ παναγίου πνεύματος. Εἶτα διὰ τῆς παρακοῆς καὶ τῆς ἁμαρτίας ἀποσβεσθείσης τῆς τοιαύτης χάριτος ἐκ τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἐγέννησε τὸν Κάϊν, ἐγέννησε τὸν Ἄβελ. Μετὰ δὲ τούτους ἄκουσον, τί φησιν ἡ γραφή. Ἔζησε δὲ Ἀδὰμ ἔτη διακόσια καὶ τριάκοντα καὶ ἐγέννησεν υἱὸν κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ, τουτέστιν οἵαν εἶχεν ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε γέγονεν ὑπὸ θεοῦ, εἰκόνα καὶ ἔλλαμψιν ἐπὶ τοῦ προσώπου. Καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σήθ, τουτέστιν ἐξανάστασις, ἐπειδὴ εἶδεν ἐν αὐτῷ ἀνακαινισθεῖσαν τὴν ἀρχαίαν καὶ παράδοξον ἐκείνην ἐπὶ τοῦ προσώπου μορφὴν καὶ χάριν καὶ ἔλλαμψιν τοῦ παναγίου πνεύματος, ἣν θεασάμενοι ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ Σὴθ ἅπαντες οἱ κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἄνθρωποι εὐθέως προσηγόρευσαν αὐτὸν θεόν. Καὶ διὰ τοῦτο περὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ εἶπεν ἡ γραφή, ὅτι Ἰδόντες οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ (τουτέστιν οἱ υἱοὶ τοῦ Σήθ) τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων (τὰς ἐκ τοῦ γένους τοῦ Κάϊν) ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας. Μετεῖχον γὰρ καὶ αὐτοὶ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου πνεύματος, ἕως οὗ εἶπεν ὁ θεός, ὅτι Οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις. Μέντοιγε ὁ Σὴθ ἐπὶ ἐννακοσίους πέντε χρόνους διέμεινεν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων ἔχων τὴν τοιαύτην παράδοξον τοῦ προσώπου μορφήν, ὀνομαζόμενος ὑπὸ πάντων θεός. Καὶ ὁ Ναβουχοδονοσὸρ δὲ τὴν παράδοξον ὄψιν τοῦ τετάρτου υἱὸν θεοῦ ἐκάλεσε. Καὶ ὁ Μανῶε τὴν ἐξαίρετον τοῦ ἀγγέλου μορφὴν θεὸν προσηγόρευσεν. Ὁμοίως καὶ ὁ Ἰακὼβ τὴν ξένην τοῦ παλαίσαντος αὐτῷ ὄψιν θεὸν ὠνόμασε. Καὶ ἡ ἐγγαστρίμυθος παραδόξους μορφὰς θεασαμένη θεοὺς αὐτοὺς προσηγόρευσε. Καὶ Μωϋσῆς δὲ ἐπὶ τεσσαράκοντα χρόνους διέμεινεν ἐν ἐκείνῃ τῇ παραδόξῳ τοῦ προσώπου μορφῇ.
Μετάφραση
Ο Ορθόδοξος: Διότι, αν ο Χριστός φαινόταν να έχει κάποια ανώτερη και παράδοξη μορφή, αμέσως θα πίστευαν ότι είναι Θεός. Θα προσπαθήσω να αποδείξω αυτό που λέω από τη βιβλική ιστορία. Όταν ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον Αδάμ κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, έθεσε στο πρόσωπό του, μέσω του εμφυσήματος, τη χάρη και τη λάμψη και την ακτίνα του παναγίου Πνεύματος. Έπειτα, αφού με την παρακοή και την αμαρτία έσβησε από το πρόσωπό του αυτή η χάρη, γέννησε τον Κάιν, γέννησε τον Άβελ. Μετά από αυτούς άκουσε τι λέει η Γραφή: «Έζησε δε ο Αδάμ διακόσια τριάντα χρόνια και γέννησε υιό κατά τη μορφή του και κατά την εικόνα του», δηλαδή όπως ήταν ο ίδιος από την αρχή, όταν είχε δημιουργηθεί από τον Θεό, έχοντας στο πρόσωπό του την εικόνα και τη λάμψη. Και ονόμασε το όνομά του Σηθ, δηλαδή «ανάσταση», επειδή είδε σ’ αυτόν να έχει ανακαινιστεί εκείνη η αρχαία και παράδοξη μορφή επάνω στο πρόσωπο, καθώς και η χάρη και η λάμψη του παναγίου Πνεύματος. Όλοι λοιπόν οι άνθρωποι που ζούσαν τότε, όταν είδαν στο πρόσωπο του Σηθ αυτήν τη μορφή, τον ονόμασαν αμέσως θεό. Και γι’ αυτό η Γραφή είπε για τους γιους του ότι «βλέποντας οι υιοί του Θεού» —δηλαδή οι υιοί του Σηθ— «τις θυγατέρες των ανθρώπων» —αυτές που προέρχονταν από το γένος του Κάιν— «πήραν για τον εαυτό τους γυναίκες». Διότι και αυτοί μετείχαν στη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έως ότου είπε ο Θεός: «Δεν θα παραμείνει το Πνεύμα μου στους ανθρώπους αυτούς». Ο Σηθ πάντως έμεινε ανάμεσα στους ανθρώπους εννιακόσια πέντε χρόνια, έχοντας αυτήν την παράδοξη μορφή του προσώπου, και από όλους ονομαζόταν θεός. Και ο Ναβουχοδονόσορ επίσης, εξαιτίας της παράδοξης όψης του, ονόμασε τον τέταρτο υιό Θεού. Και ο Μανωέ, βλέποντας την εξαίρετη μορφή του αγγέλου, τον προσφώνησε Θεό. Όμοια και ο Ιακώβ ονόμασε Θεό την παράξενη όψη εκείνου που πάλεψε μαζί του. Και η εγγαστρίμυθος, όταν είδε παράδοξες μορφές, τις ονόμασε θεούς. Και ο Μωυσής έμεινε επίσης σαράντα χρόνια μέσα σε εκείνη την παράδοξη μορφή του προσώπου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιγʹ Συζήτησις περὶ τῶν χρήσεων τῶν πατέρων, ὧν προφέρουσιν ἡμῖν οἱ σευήρου κατὰ τῆς συνόδου Χαλκηδόνος, καὶ ἐπίλυσις αὐτῶν εὐσεβής