Τοιοῦτον γὰρ τὸ ζῶον, ἥμερον, καὶ ἀεὶ τὴν συνήθειαν ἐπιζητοῦν· διά τοι τοῦτο καὶ ὑπέστρεψε, καὶ διὰ τοῦ κάρφους τῆς ἐλαίας πολλὴν παραμυθίαν ἐκόμισε τῷ δικαίῳ. Ἀλλ᾽ ἴσως ἄν τις εἴποι· καὶ πόθεν εὗρε τὸ φύλλον τῆς ἐλαίας; Τὸ μὲν πᾶν ἐγίνετο τῆς τοῦ Θεοῦ οἰκονομίας, καὶ τὸ εὑρεθῆναι, καὶ τὸ τὴν περιστερὰν λαβοῦσαν ἐπὶ τοῦ στόματος ἐπανελθεῖν πάλιν πρὸς τὸν δίκαιον· ἄλλως δὲ καὶ τὸ δένδρον ἀειθαλές ἐστι, καὶ εἰκὸς, τῶν ὑδάτων ὑπονοστησάντων, ἔτι τὸ δένδρον τὴν τῶν φύλλων ἔχειν κόμην. Καὶ ἐπισχὼν, φησὶν, ἔτι ἑπτὰ ἡμέρας ἑτέρας ἐξαπέστειλε τὴν περιστερὰν, καὶ οὐ προέθετο τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς αὐτὸν ἔτι. Ὅρα διὰ πάντων τὸν δίκαιον ἱκανὴν παραμυθίαν λαμβάνοντα. Ὥσπερ γὰρ ἐπανελθούσης αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τοῦ στόματος φερούσης τὸ φύλλον τῆς ἐλαίας, χρηστὰς εἶχε τὰς ἐλπίδας, οὕτω καὶ νῦν τὸ ἐξελθοῦσαν μὴ ὑποστρέψαι πάλιν, δεῖγμα μέγιστον αὐτῷ παρεῖχε τοῦ πολλὴν αὐτὴν εὑρηκέναι τὴν ἄνεσιν, καὶ λῆξιν γεγενῆσθαι τῶν ὑδάτων παντελῆ. Καὶ ὅτι τοῦτό ἐστιν ἀληθὲς, ἄκουσον τῶν ἑξῆς. Καὶ ἐγένετο, φησὶ, τῷ ἑνὶ καὶ ἑξακοσιοστῷ ἔτει ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Νῶε, τοῦ πρώτου μηνὸς, ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς. Καὶ ἀπεκάλυψε Νῶε τὴν στέγην τῆς κιβωτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ εἶδεν ὅτι ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.
Μετάφραση
Διότι τέτοιο είναι αυτό το ζώο, ήμερο και πάντοτε επιζητά τη συνήθειά του· γι' αυτό ακριβώς και επέστρεψε, και με το κλαδί της ελιάς έφερε πολλή παρηγοριά στον δίκαιο. Αλλά ίσως κάποιος θα μπορούσε να πει: «Και από πού βρήκε το φύλλο της ελιάς;» Τα πάντα βέβαια γίνονταν κατά την οικονομία του Θεού, και το ότι βρέθηκε, και το ότι η περιστερά το πήρε στο στόμα της και επέστρεψε πάλι προς τον δίκαιο· εξάλλου το δέντρο είναι αειθαλές, και ήταν φυσικό, καθώς τα ύδατα υποχώρησαν, το δέντρο να έχει ακόμη το φύλλωμά του. Και αφού περίμενε, λέει, ακόμη επτά επιπλέον ημέρες, απέστειλε την περιστερά, και εκείνη δεν επέστρεψε πια σε αυτόν. Παρατήρησε πώς μέσα από όλα αυτά ο δίκαιος λαμβάνει ικανή παρηγοριά. Διότι, όπως όταν εκείνη επέστρεψε και έφερε στο στόμα της το φύλλο της ελιάς, αυτός απέκτησε αγαθές ελπίδες, έτσι και τώρα, το ότι, αφού εξήλθε, δεν επέστρεψε πάλι, του παρείχε τη μέγιστη απόδειξη ότι εκείνη βρήκε πολλή άνεση, και ότι επήλθε παντελής λήξη των υδάτων. Και ότι αυτό είναι αληθές, άκουσε τα όσα ακολουθούν: «Και συνέβη», λέει, «κατά το εξακοσιοστό πρώτο έτος της ζωής του Νώε, τον πρώτο μήνα, να εκλείψει το νερό από το πρόσωπο της γης. Και αφαίρεσε ο Νώε τη στέγη της κιβωτού, την οποία είχε κατασκευάσει, και είδε ότι εξέλιπε το νερό από το πρόσωπο της γης».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες