Ὅρα πῶς ἅπαντα διὰ τὴν εἰς τὸν ἄνθρωπον τιμὴν ἐργάζεται. Καθάπερ γὰρ ἐπὶ τῶν ἀπολωλότων ὑπὸ τοῦ κατακλυσμοῦ ἀνθρώπων, μετ᾽ ἐκείνων καὶ τὴν τῶν ἀλόγων ζώων φύσιν ἅπασαν διέφθειρεν, οὕτω καὶ ἐνταῦθα μέλλων τὴν οἰκείαν φιλανθρωπίαν ἐπιδείκνυσθαι περὶ τὸν δίκαιον, διὰ τὴν εἰς αὐτὸν τιμὴν, καὶ περὶ τὴν τῶν ἀλόγων φύσιν, καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ πετεινὰ καὶ τὰ ἑρπετὰ ἐκτείνει αὐτοῦ τὴν ἀγαθότητα. Καὶ ἐμνήσθη, φησὶν, ὁ Θεὸς τοῦ Νῶε, καὶ πάντων τῶν θηρίων, καὶ πάντων τῶν κτηνῶν, καὶ τῶν ἑρπετῶν, καὶ ὅσα ἦν μετ᾽ αὐτοῦ ἐν τῇ κιβωτῷ. Καὶ ἐπήγαγεν ὁ Θεὸς πνεῦμα ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἐκόπασε τὸ ὕδωρ. Μνησθεὶς, φησὶ, τοῦ Νῶε, καὶ τῶν μετ᾽ αὐτοῦ ὄντων ἐν τῇ κιβωτῷ προσέταξεν ἐπισχεθῆναι τῶν ὑδάτων τὴν φορὰν, ἵνα κατὰ μικρὸν τὴν οἰκείαν ἐπιδείξηται φιλανθρωπίαν, καὶ λοιπὸν τὸν δίκαιον ἀναπνεῦσαι ποιήσῃ, καὶ τῆς τῶν λογισμῶν ταραχῆς ἐλευθερώσας εἰς γαλήνην αὐτὸν καταστήσῃ, χαρισάμενος καὶ τοῦ φωτὸς τὴν ἀπόλαυσιν καὶ τοῦ ἀέρος τὴν ἀναπνοήν. Καὶ ἐπήγαγεν ὁ Θεὸς, φησὶ, πνεῦμα ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἐκόπασε τὸ ὕδωρ. Καὶ ἐπεκαλύφθησαν αἱ πηγαὶ τῆς ἀβύσσου καὶ οἱ καταῤῥάκται τοῦ οὐρανοῦ. Ὅρα πῶς ἀνθρωπίνως ἡμῖν ἅπαντα διαλέγεται.
Μετάφραση
Πρόσεξε πώς ενεργεί τα πάντα προς τιμήν του ανθρώπου. Διότι, όπως ακριβώς στην περίπτωση των ανθρώπων που χάθηκαν από τον κατακλυσμό, μαζί με εκείνους κατέστρεψε και ολόκληρη τη φύση των άλογων ζώων, έτσι και εδώ, θέλοντας να επιδείξει τη δική του φιλανθρωπία προς τον δίκαιο, εξαιτίας της τιμής προς αυτόν επεκτείνει την αγαθότητά του και στην άλογη φύση, στα θηρία, στα πτηνά και στα ερπετά. «Και θυμήθηκε», λέει, «ο Θεός τον Νώε, και όλα τα θηρία, και όλα τα κτήνη, και τα ερπετά, και όσα βρίσκονταν μαζί του στην κιβωτό. Και έφερε ο Θεός άνεμο πάνω στη γη, και κόπασε το νερό». Αφού θυμήθηκε, λέει, τον Νώε και όσους ήταν μαζί του στην κιβωτό, πρόσταξε να ανακοπεί η ορμή των υδάτων, ώστε σιγά σιγά να επιδείξει την οικεία του φιλανθρωπία, και επιτέλους να κάνει τον δίκαιο να ανακουφιστεί, και, αφού τον ελευθερώσει από την ταραχή των λογισμών, να τον οδηγήσει σε γαλήνη, χαρίζοντάς του και την απόλαυση του φωτός και την αναπνοή του αέρα. «Και έφερε ο Θεός», λέει, «άνεμο πάνω στη γη, και κόπασε το νερό. Και κλείστηκαν οι πηγές της αβύσσου και οι καταρράκτες του ουρανού». Πρόσεξε πώς μας ομιλεί για όλα αυτά με τρόπο ανθρώπινο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες