Ἐπεκαλύφθησαν, γὰρ, φησὶν, αἱ πηγαὶ τῆς ἀβύσσου καὶ οἱ καταῤῥάκται τοῦ οὐρανοῦ, καὶ συνεσχέθη ὁ ὑετὸς τοῦ οὐρανοῦ, μονονουχὶ λέγουσα ὅτι ἔδοξε τῷ Δεσπότῃ, καὶ πάλιν ἐπὶ τῆς οἰκείας χώρας τὰ ὕδατα ἔμεινε, καὶ οὐκ ἔτι πλεονασμὸς ἐγένετο, ἀλλὰ κατὰ μικρὸν ἔληγε. Καὶ ἐνεδίδου τὸ ὕδωρ πορευόμενον ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἠλαττοῦτο τὸ ὕδωρ μετὰ πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ἡμέρας. Ποῖος λογισμὸς τοῦτο καταλαβεῖν ἂν δυνηθείη ποτέ; Ἔστω, ὁ ὑετὸς ἐπεσχέθη, αἱ πηγαὶ οὐκέτι πλεονασμὸν εἰργάσαντο, καὶ οἱ καταῤῥάκται τοῦ οὐρανοῦ ἐπεσχέθησαν· τὸ ὕδωρ τὸ τοσοῦτον πῶς ἔληξε; Πάντα ἄβυσσος ἦν. Πῶς οὖν ἡ τοσαύτη τῶν ὑδάτων ῥύμη ἀθρόον ἐλάττων ἐγίνετο; Τίς ἂν τοῦτο ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ εὑρεῖν δυνηθείη ποτέ; Τί οὖν ἔστιν εἰπεῖν; Τὸ τοῦ Θεοῦ πρόσταγμα ἦν, τὸ ἐργαζόμενον τὰ πάντα.
Μετάφραση
Διότι σκεπάστηκαν, λέγει, οι πηγές της αβύσσου και οι καταρράκτες του ουρανού, και σταμάτησε η βροχή του ουρανού, σαν να λέγει σχεδόν ότι έτσι θέλησε ο Δεσπότης, και τα ύδατα παρέμειναν πάλι στον οικείο τους χώρο, και δεν αυξάνονταν πλέον, αλλά υποχωρούσαν σιγά-σιγά. Και υποχωρούσε το νερό φεύγοντας από τη γη, και ελαττωνόταν το νερό μετά από εκατόν πενήντα ημέρες. Ποιος νους θα μπορούσε ποτέ να το κατανοήσει αυτό; Έστω ότι η βροχή σταμάτησε, οι πηγές δεν προκάλεσαν πλέον αύξηση των υδάτων, και οι καταρράκτες του ουρανού έκλεισαν· τόσο πολύ νερό πώς υποχώρησε; Τα πάντα ήταν άβυσσος. Πώς λοιπόν τόση ορμή των υδάτων ελαττωνόταν ξαφνικά; Ποιος θα μπορούσε ποτέ να το εξηγήσει αυτό με την ανθρώπινη λογική; Τι μπορούμε λοιπόν να πούμε; Το πρόσταγμα του Θεού ήταν εκείνο που τα ενεργούσε όλα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες