Καὶ ἀπὸ μὲν τῶν καθαρῶν, ἑπτὰ ἑπτὰ συλλέξεις,» φησί· «δύο δὲ αὖ ἐκ τῶν ἀκαθάρτων.» Τούτων τοιγαροῦν ἁπάντων ἐκπεπερασμένων, καθάπερ προσέταξεν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, κατεπνίγετο μὲν πᾶσα σάρξ· ὅλην ἐπικλυζόντων τὴν ὑπουράνιον ὑετῶν καὶ χαλάζης, καὶ ῥαγδαιοτάτης ὑδάτων καταφορᾶς τῆς ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανοῦ· ἐπενήχετο δὲ ἡ κιβωτὸς φόρτον ἔχουσα δικαίων ψυχάς. Ἀλλὰ βραχὺ τῶν ὑδάτων ὑφιζηκότων, «Ἐκάθισε,» φησὶν, «ἡ κιβωτὸς ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ Ἀραράτ· καὶ ἀνοίξας ὁ Νῶε τὴν θύραν τῆς κιβωτοῦ, πέμπει τὸν κόρακα ἰδεῖν εἰ κεκόπακε τὸ ὕδωρ ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς· ὁ δὲ οὐχ ὑπέστρεψεν. Εἶτα μετ᾽ ἐκεῖνον ἠφίει περιστερὰν, καὶ οὐχ εὑροῦσα,» φησὶν,» ἡ περιστερὰ ἀνάπαυσιν τοῖς ποσὶν αὐτῆς, ὑπέστρεψε πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν κιβωτόν· ὅτι ὕδωρ ἦν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. Καὶ ἐκτείνας Νῶε τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἔλαβεν αὐτὴν, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν πρὸς ἑαυτὸν εἰς τὴν κιβωτόν. Ἐξεπέμπετο δὲ καὶ δευτέρα μεθ᾽ ἡμέρας ἑπτὰ, καὶ ὑπενόστησε πρὸς ἑσπέραν, κάρφος ἐλαίας ἔχουσα ἐν τῷ στόματι αὐτῆς· καὶ τρίτην ἠφίει πάλιν μεθ᾽ ἡμέρας ἑπτὰ, ἡ δὲ οὐ προσέθετο,» φησὶ, «τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς αὐτὸν ἔτι.» Συνῆκε δὲ οὕτω λοιπὸν ὡς κατεπόθη μὲν ἅπαν ἐκ τῆς γῆς τὸ ὕδωρ. Ὤφθη δὲ πάλιν ἡ ξηρὰ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ.
Μετάφραση
«Και από μεν τα καθαρά ζώα, θα συγκεντρώσεις ανά επτά», λέει, «και ανά δύο από τα ακάθαρτα». Όταν λοιπόν ολοκληρώθηκαν όλα αυτά, ακριβώς όπως πρόσταξε ο Θεός των όλων, κάθε σάρκα πνίγηκε. Καθώς βροχές και χαλάζι κατέκλυσαν όλη την υφήλιο, μαζί με ραγδαιότατη καταφορά υδάτων από ψηλά και από τον ουρανό. Η κιβωτός, όμως, επέπλεε έχοντας ως φορτίο της ψυχές δικαίων. Αλλά όταν τα ύδατα υποχώρησαν λίγο, «Κάθισε», λέει, «η κιβωτός πάνω στα όρη Αραράτ. Και αφού ο Νώε άνοιξε τη θύρα της κιβωτού, στέλνει τον κόρακα για να δει αν κόπασε το νερό από το πρόσωπο της γης. Αυτός όμως δεν επέστρεψε. Έπειτα, μετά από αυτόν, άφησε περιστέρι, και επειδή δεν βρήκε», λέει, «το περιστέρι ανάπαυση για τα πόδια του, επέστρεψε σε αυτόν μέσα στην κιβωτό, διότι υπήρχε νερό σε όλο το πρόσωπο της γης. Και ο Νώε άπλωσε το χέρι του, το έπιασε και το έβαλε μέσα στην κιβωτό. Στάλθηκε δε και δεύτερη φορά μετά από επτά ημέρες, και επέστρεψε προς το βράδυ, έχοντας ένα κλαδί ελιάς στο στόμα του. Και την τρίτη φορά το άφησε πάλι μετά από επτά ημέρες, το οποίο όμως δεν συνέχισε», λέει, «να επιστρέφει πλέον σε αυτόν». Κατανόησε λοιπόν έτσι ότι είχε απορροφηθεί όλο το νερό από τη γη. Και φάνηκε πάλι η ξηρά και τα όσα υπήρχαν σε αυτήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες