δʹ. Μὴ τοίνυν ἡμεῖς περιεργαζώμεθα τὸ πῶς, ἀλλὰ τοῦτο μόνον πιστεύωμεν, ὅτι ἐκέλευσε καὶ ὑψώθη ἡ ἄβυσσος· προσέταξε, καὶ πάλιν τὴν οἰκείαν ἐπέσχε φορὰν, καὶ πρὸς τὸν οἰκεῖον τόπον ὑπανεχώρησεν, ὃν αὐτὸς οἶδε μόνος ὁ δημιουργήσας αὐτὴν Δεσπότης. Καὶ ἐκάθισε, φησὶν, ἡ κιβωτὸς ἐν τῷ ἑβδόμῳ μηνὶ, ἑβδόμῃ καὶ εἰκάδι τοῦ μηνὸς, ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ Ἀραράτ. Τὸ δὲ ὕδωρ ἠλαττοῦτο ἕως τοῦ δεκάτου μηνός· καὶ ὤφθησαν αἱ κεφαλαὶ τῶν ὀρέων ἐν τῷ δεκάτῳ μηνὶ, τῇ πρώτῃ τοῦ μηνός. Σκόπει πῶς ἀθρόον ἡ μεταβολὴ γέγονε, καὶ πόσον ἔληξεν ἡ τῶν ὑδάτων φύσις, ὡς ἐπὶ τὰ ὄρη τὴν κιβωτὸν καθίσαι. Ἀνωτέρω γὰρ εἰποῦσα ἡ Γραφὴ, ὅτι δέκα πέντε πήχεις ἐπάνω τῶν ὀρέων ὑψώθη τὸ ὕδωρ, νῦν φησιν, ὅτι ἐκάθισεν ἡ κιβωτὸς ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ Ἀραρὰτ, καὶ κατὰ μικρὸν λοιπὸν μέχρι τοῦ δεκάτου μηνὸς ἠλαττοῦτο, καὶ τότε τῷ δεκάτῳ μηνὶ ὤφθησαν αἱ κεφαλαὶ τῶν ὀρέων. Ἐννόει μοι τοῦ δικαίου τὴν εὐτονίαν, πῶς διήρκεσεν ἐν τοσούτοις μησὶ καθάπερ ἐν σκότῳ κατακεκλεισμένος.
Μετάφραση
Δ΄. Ας μην περιεργαζόμαστε λοιπόν εμείς το πώς, αλλά αυτό μόνο ας πιστεύουμε, ότι έδωσε εντολή και υψώθηκε η άβυσσος· πρόσταξε, και ανέκοψε πάλι τη φυσική της ορμή, και υποχώρησε στον οικείο της τόπο, τον οποίο γνωρίζει μόνος Αυτός, ο Δεσπότης που τη δημιούργησε. Και κάθισε, λέει, η κιβωτός τον έβδομο μήνα, την εικοστή εβδόμη του μηνός, πάνω στα όρη του Αραράτ. Το δε νερό λιγόστευε μέχρι τον δέκατο μήνα· και φάνηκαν οι κορυφές των βουνών τον δέκατο μήνα, την πρώτη του μηνός. Παρατήρησε πώς έγινε μεμιάς η μεταβολή, και πόσο κόπασε η φύση των υδάτων, ώστε να καθίσει η κιβωτός πάνω στα βουνά. Διότι, αφού ανέφερε πιο πάνω η Γραφή ότι το νερό υψώθηκε δεκαπέντε πήχεις πάνω από τα βουνά, τώρα λέει ότι η κιβωτός κάθισε πάνω στα όρη του Αραράτ, και στη συνέχεια λιγόστευε σιγά-σιγά μέχρι τον δέκατο μήνα, και τότε, τον δέκατο μήνα, φάνηκαν οι κορυφές των βουνών. Αναλογίσου το ψυχικό σθένος του δικαίου, πώς άντεξε τόσους μήνες κλεισμένος σαν μέσα στο σκοτάδι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες