Ἐπειδὴ δὲ ὁμοῦ τοῖς ἰδίοις τέκνοις, καὶ ἅπασι τοῖς συνειλεγμένοις ἐξέτορέ τε λοιπὸν καὶ τῶν ὑδάτων ἀπηλλαγμένην τὴν γῆν ἐθεάσατο, θυσιαστήριον εὐθὺς ἀνεδείματο· καὶ ὁλοκαυτοῦν ἐσπούδαζε τὰ καθαρὰ καὶ ἀβέβηλα τῶν κτηνῶν καὶ τῶν πετεινῶν· ἀνατιθεὶς, οἶμαί που, τὰ χαριστήρια τῷ διασώσαντι Θεῷ. Οὗ γεγονότος, «Ὠσφράνθη,» φησὶ, «Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας, καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς διανοηθείς· Οὐ μὴ προσθήσω ἔτι τοῦ καταράσασθαι τὴν γῆν διὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων· ὅτι ἔγκειται ἡ διάνοια ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ. Οὐ προσθήσω οὖν ἔτι πατάξαι πᾶσαν σάρκα ζῶσαν, καθὼς ἐποίησα, πάσας τὰς ἡμέρας τῆς γῆς, σπέρμα καὶ θερισμὸς, ψύχος καὶ καῦμα, θέρος καὶ ἔαρ, ἡμέραν καὶ νύκτα οὐ καταπαύσουσι.» Καὶ πρὸς τούτοις, «Ἔτι καὶ εὐλόγησε,» φησὶ, «Κύριος ὁ Θεὸς τὸν Νῶε καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε, καὶ πληρώσατε τὴν γῆν, καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς. Καὶ ὁ φόβος ὑμῶν καὶ ὁ τρόμος ὑμῶν ἔσται ἐπὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, καὶ ἐπὶ πᾶσι τοῖς κτήνεσι, καὶ ἐπὶ πάντα τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐπὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης, ὑπὸ χεῖρας ὑμῖν δέδωκα.» δʹ. Ἀφιγμένου δὲ ἤδη πρὸς τοῦτο ἡμῖν τοῦ λόγου, ὡς ἐν ἀφηγήσει λοιπὸν τῇ κατὰ τὸ γράμμα καὶ ἱστορικῶς, ἐνδεῖ, ὥς γε οἶμαι, παντελῶς οὐδέν.
Μετάφραση
Και επειδή πλέον, μαζί με τα δικά του παιδιά και όλα όσα είχαν συγκεντρωθεί μαζί του, βγήκε έξω και είδε τη γη απαλλαγμένη από τα ύδατα, κατασκεύασε αμέσως θυσιαστήριο· και έσπευσε να προσφέρει ως ολοκαύτωμα τα καθαρά και αμόλυντα από τα κτήνη και τα πτηνά, αναπέμποντας, νομίζω, ευχαριστήρια στον Θεό που τον διέσωσε. Όταν έγινε αυτό, λέει η Γραφή: «Οσφράνθηκε Κύριος ο Θεός οσμή ευωδίας, και είπε Κύριος ο Θεός διαλογιζόμενος· Δεν θα καταραστώ πλέον άλλη φορά τη γη εξαιτίας των έργων των ανθρώπων· διότι η διάνοια του ανθρώπου ρέπει επιμελώς προς τα πονηρά από τη νεότητά του. Δεν θα πλήξω λοιπόν πλέον κάθε ζωντανή σάρκα, όπως έκανα· όλες τις ημέρες της γης, σπορά και θερισμός, ψύχος και καύσωνας, θέρος και άνοιξη, ημέρα και νύχτα δεν θα πάψουν». Και επιπλέον αυτών, λέει, «Ευλόγησε ακόμη Κύριος ο Θεός τον Νώε και τους υιούς του, και τους είπε· Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, και γεμίστε τη γη, και κυριεύστε την. Και ο φόβος σας και ο τρόμος σας θα είναι σε όλα τα θηρία της γης, και σε όλα τα κτήνη, και σε όλα τα πτηνά του ουρανού, και σε όλα όσα κινούνται πάνω στη γη, και σε όλα τα ψάρια της θάλασσας, τα οποία παρέδωσα στα χέρια σας». δ΄. Και αφού ο λόγος μας έχει ήδη φτάσει σε αυτό το σημείο, όσον αφορά την κατά γράμμα και ιστορική αφήγηση, νομίζω πως δεν υπολείπεται απολύτως τίποτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες