Εἰ μὴ γὰρ ἡμάρτομεν, οὐκ ἂν γέγονε καθ᾽ ἡμᾶς· καὶ εἰ μὴ γέγονε καθ᾽ ἡμᾶς, οὐδ᾽ ἂν ὑπέμεινε τὸν σταυρόν· καὶ εἰ μὴ ἀπέθανεν, οὐδ᾽ ἂν ἐκτήσατο τὸ προσκυνεῖσθαι δεῖν πρός τε ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Β. Θρασὺς μὲν ὁ λόγος, πλὴν ἔχει τὸ πιθανόν. Α. Εἰ δὲ καὶ ἦν ἐν ἰσότητι καὶ ἐν μορφῇ τοῦ Πατρὸς τῶν τῆς κενώσεως μέτρων ἀμέτοχος ὤν, ποίαν ἂν ἔχοι δόξης ἐπίδοσιν τὸ ὄνομα λαβὼν τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα κατὰ τὸν τῆς κενώσεως χρόνον; Ἆρ᾽ οὐ συνίης ὅποι ποτὲ αὐτοῖς ἀποκινδυνεύσειεν ἂν ὁ λόγος, εἰ ἐρευνῷτο λεπτότερον; Β. Συνίημι. Α. Βούλει δὴ οὖν, μεθέντες εἰς τὸ παρὸν τὸ ἄγαν ἰσχνολογεῖν, ἐπ᾽ ἐκεῖνο ἴωμεν τὸ ὅτι Θεὸς ἦν ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν μορφῇ καὶ ἰσότητι τοῦ Πατρὸς ὁ Μονογενής, καίτοι μακρὸν ἐπὶ τούτῳ δαπανήσαντες λόγον ἔν γε τοῖς παρῳχηκόσι; Β. Καὶ μάλα. Α. Οὐκοῦν διὰ μὲν φωνῆς Ἡσαΐου φησὶν ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ· «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ἔτι ἀπ᾽ ἀρχῆς.» Ἀνακεκραγότων δὲ καὶ αὐτῶν τῶν ἁγίων ἐπαΐοι τις ἂν πρὸς αὐτόν· «Οὐχὶ σὺ ἀπ᾽ ἀρχῆς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωμεν;» Ἰδοὺ Θεὸς ἀπ᾽ ἀρχῆς κατωνόμασταί τε καὶ ἔστιν ἀληθῶς ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ. Ὁ δέ γε θεσπέσιος Ἰωάννης, ὅτε τοὺς ἐφ᾽ Υἱῷ πρὸς ἡμᾶς ἐποιεῖτο λόγους, «Ὃ ἦν, φησίν, ἀπ᾽ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς.»
Μετάφραση
Διότι, αν δεν είχαμε αμαρτήσει, δεν θα γινόταν όμοιος με εμάς. Και αν δεν είχε γίνει όμοιος με εμάς, ούτε τον σταυρό θα είχε υπομείνει. Και αν δεν είχε πεθάνει, δεν θα αποκτούσε το να πρέπει να προσκυνείται τόσο από εμάς τους ίδιους όσο και από τους αγίους αγγέλους. Β. Τολμηρός βέβαια ο λόγος, όμως έχει το πιθανό. Α. Εάν λοιπόν ήταν σε ισότητα και στη μορφή του Πατρός, όντας αμέτοχος των μέτρων της κένωσης, ποια αύξηση δόξας θα μπορούσε να έχει, λαμβάνοντας το όνομα που είναι πάνω από κάθε όνομα, κατά τον χρόνο της κένωσης; Άραγε δεν καταλαβαίνεις πού θα μπορούσε να τους οδηγήσει σε κίνδυνο ο συλλογισμός, αν εξεταζόταν λεπτομερέστερα; Β. Καταλαβαίνω. Α. Θέλεις λοιπόν, αφήνοντας για την ώρα την υπερβολική λεπτολογία, να προχωρήσουμε στο ότι ο Μονογενής ήταν Θεός εξαρχής, και βρισκόταν στη μορφή και στην ισότητα με τον Πατέρα, καίτοι αναλώσαμε μακρύ λόγο για αυτό στα προηγούμενα; Β. Και βέβαια. Α. Λοιπόν, διά της φωνής του Ησαΐα λέει ο Θεός και Πατέρας: «Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός ακόμη από την αρχή». Και αν ακούσει κανείς τους ίδιους τους αγίους να αναφωνούν προς αυτόν, λένε: «Δεν είσαι εσύ από την αρχή Κύριος ο Θεός μας, και δεν θα πεθάνουμε;» Ιδού, από την αρχή ονομάζεται Θεός και είναι αληθινά Θεός και Πατέρας. Ο δε θεσπέσιος Ιωάννης, όταν απηύθυνε προς εμάς τους λόγους σχετικά με τον Υιό, λέει: «Εκείνο που ήταν, λέει, από την αρχή, εκείνο που έχουμε ακούσει, εκείνο που έχουμε δει με τα μάτια μας, εκείνο που θεασάμεθα και τα χέρια μας ψηλάφησαν περί του Λόγου της ζωής.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες