οὐ γὰρ ἦν ἐν ἡμῖν εὐσεβείας λόγος, οὐ φωνὴ δοξολογίας τῆς εἰς Θεὸν, ἀλληλοκτονοῦντες δὲ μᾶλλον καὶ ζωὴν ἔχοντες τὴν ἀλογωτάτην, ἰχθύσιν ἐν ἴσῳ διετελοῦμεν ἐν κόσμῳ, πικρός τε ἦν οὕτως ἐν ἑκάστῳ νοῦς, ὡς ἤδη δοκεῖν ἐκτεθηριῶσθαι παντελῶς, καὶ τοῖς ἰοβόλοις ὅσον ἧκεν εἰς θυμοὺς καὶ πικρίας ἢ λοιπὸν παρισῶσθαι, ἢ καὶ ἔτι τὰ ἐκείνων ἐπείγεσθαι νικᾶν. <Συντέλειαν ἐν ἀγκίστρῳ ἀνέσπασε, καὶ εἵλκυσεν αὐτὸν ἐν ἀμφιβλήστρῳ, καὶ συνήγαγεν αὐτὸν ἐν ταῖς σαγήναις αὐτοῦ· ἕνεκεν τούτου εὐφρανθήσεται καὶ χαρήσεται ἡ καρδία αὐτοῦ· ἕνεκεν τούτου θύσει τῇ σαγήνῃ αὐτοῦ καὶ θυμιάσει τῷ ἀμφιβλήστρῳ αὐτοῦ, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἐλίπανε μερίδα αὐτοῦ καὶ τὰ βρώματα αὐτοῦ ἐκλεκτά· διὰ τοῦτο ἀμφιβαλεῖ τὸ ἀμφίβληστρον αὐτοῦ, καὶ διὰ παντὸς ἀποκτένειν ἔθνη οὐ φείσεται.> Ἰχθῦς ὀνομάσας ἐμφιλοχωρεῖ ἔτι τῇ τροπῇ, καὶ ὡς περί τινος τῶν θαλασσουργῶν, ἤγουν τῶν ἁλιέων ποιεῖται τοὺς λόγους. ἰχθυοθῆραι μὲν γὰρ τῶν ἰδίων ἐπιτηδευμάτων κατὰ πολλοὺς ἅπτονται τρόπους. ἢ γὰρ ἀγκίστροις ἁρπάζουσι τοὺς ἰχθῦς, καὶ σκαίροντας ἐκ κυμάτων ἀνιμῶνται ταῖς ὁρμιαῖς, ἢ σαγήναις περιφράττοντες ἕλκουσι κατὰ πληθὺν, ἤγουν ἑτέροις τισὶ καταπυκάζουσι λίνοις. ἐπὰν δὲ δὴ πράττωσι δεξιῶς, πολλῶν συναγηγερμένων, χαίρουσι τῇ τέχνῃ, καὶ τοῖς λίνοις μονονουχὶ καταθύουσιν, ὡς λιπαρωτάτην αὐτοῖς μερίδα προεξενηκόσι.
Μετάφραση
Διότι δεν υπήρχε μέσα μας λόγος ευσέβειας, ούτε φωνή δοξολογίας προς τον Θεό, αλλά μάλλον αλληλοσκοτωνόμασταν και, ζώντας την πιο άλογη ζωή, περνούσαμε τον βίο μας στον κόσμο όμοια με τα ψάρια, και ο νους μέσα στον καθένα ήταν τόσο πικρός, ώστε να φαίνεται πλέον ότι είχε εξαγριωθεί παντελώς, και όσον αφορά τους θυμούς και τις πικρίες του, είτε να εξισώνεται πλέον με τα ιοβόλα ερπετά, είτε ακόμη και να επιδιώκει να τα ξεπεράσει. <Τους ανέσπασε όλους με το αγκίστρι, και τους έσυρε με το δίχτυ, και τους συγκέντρωσε στις σαγήνες του· εξαιτίας αυτού θα ευφρανθεί και θα χαρεί η καρδιά του· εξαιτίας αυτού θα προσφέρει θυσία στη σαγήνη του και θα θυμιάσει το δίχτυ του, διότι μέσω αυτών πάχυνε τη μερίδα του και τα φαγητά του έγιναν εκλεκτά· γι' αυτό θα ρίξει πάλι το δίχτυ του, και δεν θα λυπηθεί να σκοτώνει διαρκώς τα έθνη.> Ονομάζοντάς τους ψάρια, επιμένει ακόμη στη μεταφορά, και διατυπώνει τους λόγους του σαν για κάποιον από τους εργάτες της θάλασσας, δηλαδή τους αλιείς. Διότι οι αλιείς ασχολούνται με τα έργα τους με πολλούς τρόπους. Ή αρπάζουν τα ψάρια με αγκίστρια, και τα τραβούν με τις πετονιές μέσα από τα κύματα ενώ αυτά σπαρταρούν, ή τα περικυκλώνουν με σαγήνες και τα σέρνουν σωρηδόν, ή τα σκεπάζουν με κάποια άλλα δίχτυα. Όταν λοιπόν πετύχουν τον σκοπό τους και έχουν συγκεντρώσει πολλά, χαίρονται για την τέχνη τους, και σχεδόν προσφέρουν θυσίες στα δίχτυα, θεωρώντας ότι τους προμήθευσαν μια πλουσιοπάροχη μερίδα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες