Ἰστέον δὲ, ὅτι μετὰ τὴν τῶν Ἱεροσολύμων πόρθησιν, μεταπεφοίτηκε μὲν ἐπὶ τὰ ἔθνη Χριστὸς, ἔγνω δὲ πᾶσα λοιπὸν ἡ ὑπ᾽ οὐρανὸν τὴν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς δόξαν, τουτέστιν, αὐτὸν ὡσανεὶ χειμάῤῥου τὴν γῆν ἐπικλύζοντος. ποταμοῦ γὰρ δίκην ἐξένευσεν ἐπ᾽ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς, ὁ καὶ πάλαι λέγων διὰ προφήτου φωνῆς “Ἰδοὺ ἐγὼ ἐκκλίνω ”ἐπ᾽ αὐτοὺς ὡς ποταμὸς εἰρήνης, καὶ ὡς χειμάῤῥους ἐπι- “κλύζων δόξαν ἐθνῶν.” μεμοσχοποιηκότος γάρ ποτε κατὰ τὴν ἔρημον τοῦ Ἰσραὴλ, καὶ προσκεκρουκότος ταύτῃτοι Θεῷ, τὴν τοῦ Σωτῆρος ἀνάδειξιν καὶ τῆς δι᾽ αὐτοῦ χάριτος τὸ ἀμφιλαφὲς κατεπηγγέλετο λέγων “Ἀλλὰ ζῶ ἐγὼ, καὶ ζῶν ”τὸ ὄνομά μου, καὶ ἐμπλήσει ἡ δόξα Κυρίου πᾶσαν τὴν “γῆν.” μεστὰ γὰρ τὰ πάντα Χριστοῦ, ὅς ἐστι δόξα τοῦ Πατρός. τοιγάρτοι καὶ ἔφασκεν “Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς ”γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι, ἵνα ποιήσω.” <Ὢ ὁ ποτίζων τὸν πλησίον αὐτοῦ ἀνατροπὴν θολερὰν, καὶ μεθύσκων, ὅπως ἐπιβλέπῃ ἐπὶ τὰ σπήλαια αὐτῶν· πλησμονὴν ἀτιμίας ἐκ δόξης πίε.> Ἐπιφθέγγεται πάλιν τό Ὢ τοῖς τοῦ Ναβουχοδονόσορ ἀνοσί[οι]ς τολμήμασι, προφωνῶν ἃ πείσεται, καὶ ὅτι πικρᾶς ὀδύνης ἔμπλεως ἡ πληγὴ, διὰ τούτου σημαίνων. ἔοικε δὲ θολερὰν ὀνομάζειν ἀνατροπὴν τὴν ἄκρατον λύπην ἤγουν αἰκίαν, ἣν καὶ μονονουχὶ ποτίζων τοὺς ἁλισκομένους ὁρᾶσθαι παρεσκεύαζε διενεγκόντας ὀλίγα τῶν ἐν οἴνῳ καὶ μέθαις. καὶ τί τὸ ἐντεῦθεν;
Μετάφραση
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μετά την άλωση των Ιεροσολύμων, ο Χριστός μετέβη στα έθνη, και όλη πλέον η οικουμένη κάτω από τον ουρανό γνώρισε τη δόξα του Θεού και Πατρός, δηλαδή τον ίδιο, ο οποίος σαν χείμαρρος κατέκλυσε τη γη. Διότι σαν ποταμός στράφηκε προς αυτούς ο Χριστός, ο οποίος και παλαιότερα έλεγε μέσω της φωνής του προφήτη: «Ιδού εγώ στρέφω επάνω τους σαν ποταμός ειρήνης και σαν χείμαρρος που κατακλύζει τη δόξα των εθνών». Διότι, όταν κάποτε ο Ισραήλ κατασκεύασε τον μόσχο στην έρημο και με αυτό το γεγονός εξόργισε τον Θεό, Εκείνος υποσχέθηκε την ανάδειξη του Σωτήρα και την αφθονία της χάρης Του, λέγοντας: «Αλλά ζω εγώ, και ζει το όνομά μου, και η δόξα του Κυρίου θα γεμίσει όλη τη γη». Διότι τα πάντα είναι γεμάτα από τον Χριστό, ο οποίος είναι η δόξα του Πατρός. Γι' αυτό άλλωστε και έλεγε: «Εγώ σε δόξασα επί της γης, τελείωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω». <Αλίμονο σε εκείνον που ποτίζει τον πλησίον του με θολερή ανατροπή και τον μεθά, για να βλέπει τα σπήλαιά τους· πιες τον χορτασμό της ατιμίας από τη δόξα.> Αναφωνεί πάλι το «Αλίμονο» για τα ανόσια τολμήματα του Ναβουχοδονόσορα, προλέγοντας όσα θα πάθει, και σημαίνοντας μέσω αυτού ότι η πληγή θα είναι γεμάτη από πικρή οδύνη. Φαίνεται δε ότι ονομάζει «θολερή ανατροπή» την ακραία λύπη ή κακοπάθεια, την οποία σχεδόν ποτίζοντας τους αιχμαλώτους, τους έκανε να φαίνονται ότι διαφέρουν ελάχιστα από εκείνους που βρίσκονται υπό την επήρεια κρασιού και μέθης. Και τι ακολουθεί από αυτό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες