διότι ἀσέβεια τοῦ Λιβάνου καλύψει σε, καὶ ταλαιπωρία θηρίων πτοήσει σε, δι᾽ αἵματα ἀνθρώπων καὶ ἀσεβείας γῆς καὶ πόλεως, καὶ πάντων τῶν κατοικούντων αὐτήν.> Ἔνεστί πως ἀεὶ καὶ προσπεφυκὸς ὁρᾶται δεινῶς ταῖς τῶν ἀλαζόνων ψυχαῖς καὶ τὸ πλείστην ὅσην εἰς νοῦν ἔχειν ἀναισθησίαν, καὶ μέντοι καὶ πρὸς τῷδε τὸ οἴεσθαι κατὰ σφᾶς ἀκράδαντον ἕξειν τῆς εὐημερίας τὴν μέθεξιν, ἀποσείονται δὲ ὥσπερ, καὶ σφόδρα γενικῶς, τὸ προσδοκᾶν ὅλως ἔσεσθαί ποτε τὴν ἐπὶ τὰ χείρω τῶν πραγμάτων μεταδρομήν. ὁποῖόν ἐστι τὸ διὰ φωνῆς τοῦ Δαυεὶδ ὡς ἐκ προσώπου λεγόμενον τῶν ἐν εὐπαθείαις ὄντων καὶ τρυφαῖς “Ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ”εὐθηνίᾳ μου Οὐ μὴ σαλευθῶ εἰς τὸν αἰῶνα.” ἠῤῥωστηκότι δὴ οὖν ἐκ πολλῆς ἄγαν ὑπεροψίας τῷ Βαβυλωνίῳ τὸ ἀνάλγητον, μονονουχὶ καὶ ἐπιπλήττει λοιπὸν ὡς ἀτέγκτῳ, λέγων Καὶ σὺ καρδία σείσθητι, τουτέστι, μὴ ἐν ἀκλονήτοις εὐημερίαις ἐρηρεῖσθαι νομίσῃς, εἰσδέχου λοιπὸν τὰς [περὶ] τῶν λυπούντων ἐννοίας, ἐν αἰσθήσει τῶν συμβησομένων γενοῦ, καὶ παραχώρει τῇ πείρᾳ, καίτοι πρὸ[ς] αὐτῆς οὐδ᾽ ὅσον εἰπεῖν κἂν γοῦν ἐν ψιλαῖς ἐπινοίαις ἀξιώσας ἑλεῖν, ὅτι γενήσῃ ποτὲ καὶ αὐτὸς ἐν σκυθρωποῖς, καὶ τοῖς ἀνιᾶν οὐ μετρίως πεφυκόσιν ἡ σὴ περιπεσεῖται καρδία. τί δὴ οὖν ἄρα τὸ σαλεῦον αὐτὴν καὶ καταδονοῦν εἰς λύπας; Ἐκύκλωσεν ἐπὶ σὲ ποτήριον δεξιᾶς Κυρίου καὶ συνήχθη ἀτιμία ἐπὶ τὴν δόξαν σου.
Μετάφραση
«διότι η ασέβεια εις βάρος του Λιβάνου θα σε σκεπάσει, και η ταλαιπωρία των θηρίων θα σε τρομάξει, εξαιτίας των αιμάτων των ανθρώπων και της ασέβειας προς τη γη και την πόλη, και προς όλους εκείνους που την κατοικούν». Ενυπάρχει πάντοτε με κάποιον τρόπο και φαίνεται να είναι τρομερά προσκολλημένο στις ψυχές των αλαζόνων το να έχουν τη μέγιστη δυνατή αναισθησία στον νου, και επιπλέον αυτού το να νομίζουν μέσα τους ότι θα έχουν ακλόνητη τη συμμετοχή στην ευημερία, και αποβάλλουν από πάνω τους, και μάλιστα πολύ κατηγορηματικά, την προσδοκία γενικά ότι ποτέ θα υπάρξει μεταστροφή των πραγμάτων προς το χειρότερο. Τέτοιο είναι αυτό που λέγεται μέσω της φωνής του Δαβίδ σαν από το πρόσωπο εκείνων που βρίσκονται σε καλοπέραση και τρυφηλότητα: «Εγώ δε είπα κατά την ευημερία μου· δεν πρόκειται να σαλευθώ ποτέ εις τον αιώνα». Επειδή λοιπόν ο Βαβυλώνιος νοσούσε από υπερβολική αλαζονεία με την αναλγησία του, σχεδόν τον επιπλήττει πλέον ως σκληρόκαρδο, λέγοντας: Και εσύ, καρδιά, συγκλονίσου, δηλαδή, μην νομίζεις ότι έχεις στερεωθεί σε ακλόνητες ευημερίες, αποδέξου λοιπόν τις σκέψεις για τα λυπηρά, απόκτησε αίσθηση αυτών που πρόκειται να συμβούν, και παραχώρησε τη θέση σου στην εμπειρία, αν και πριν από αυτήν ούτε καν σε απλές σκέψεις δεν καταδέχτηκες να συλλάβεις ότι θα βρεθείς κάποτε και εσύ σε θλιβερές καταστάσεις, και ότι η καρδιά σου θα περιπέσει σε πράγματα που προξενούν υπέρμετρη θλίψη. Τι είναι άραγε λοιπόν αυτό που την κλονίζει και την συνταράσσει οδηγώντας την σε λύπες; «Σε περικύκλωσε το ποτήριο της δεξιάς του Κυρίου και συγκεντρώθηκε ατιμία πάνω στη δόξα σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες